Ποίημα λυρικόν
Εξαιρετικώς αφιερωμένος
εις τον κον. Κουταλιανόν.
Κύριε Διοικητά του ονείρου,
που ασκαρδαμυκτί και αίφνης,
κατέπλευσε κυριεύων τον φυλλοροούντα νούν,
που οι χρυσές πεταλούδες,
κρεμασμένες στος στήθος σας,
αποδεικνύουν τις δυσκολότατες και υπέρτατες μάχες που είχατε,
υπερασπίζων
τα ιερά της δυστυχούς φυλής σας,
Κύριε Διοικητά,
του ονείρου που έγειρε ερωτευμένο στους κλώνους
του σαρκοβόρου αιλουροειδούς,
επειδή,
ούτως ειπείν,
ηράσθη το τριχωτόν του εφηβαίου της,
τολμώ
να Σας ζητήσω
τριήμερον άδειαν τιμητικήν,
δίχως
την παρουσία των γενναίων συντρόφων μου.
Και τούτο διότι,
εκουράσθην
προσμένων
την Ιεράν Νίκην.
Ανταμώνουν οι Έλληνες, γενιές γενιές στους ίσκιους των μνημάτων και θυμούνται το μεγάλο πανηγύρι στο μεθύσι του μεγάλου θέρους. Σ΄ αυτή τη χώρα όλα είναι μεγάλα, ογκώδη και δυσθεώρατα, λέξεις, πέτρες, ανθρώποι, πάθη. Βαπτισμένα στο κύματα της αλμυρής θαλάσσης και του ήλιου, ράβουν κατάσαρκα την ευωδία του σχίνου, της θυμαριάς, της θαλάσσης και εφορμούν. Κραυγάζοντες και αλλαλάζοντες αναζητούν τον ελλέβορο που χρυσαφίζει στο φιλί της μεγάλης Χίμαιρας.
Κύριε Διοικητά,
τα σύνορα της νύχτας,
υπέρπυρα,
χαράσσουν τον καρπό της ελαίας,
και μας περικλείουν.
Το μέταλλο της αγάπης,
προστατεύει τους οφθαλμούς των
αγγελικών της δακρύων.
Αρμενίζω,
αρμενίζω ανοίγων
το ιστίον της μικρής βάρκας,
που εντυπωμένη ευρίσκεται εις τους οφθαλμούς μου,
για το μέλλον
αρμενίζω.
Έτσι ακριβώς,
όπως σε κάποια επίσκεψη,
μας κερνούν μελαγχολικό καφέ,
μπροστά από ένα παραθυρόφυλλο που τρίζει και γέρνει
ετοιμόροπο να πέσει
στην πτώση συμπαρασύροντας,
τον καφέ,
την κοιμισμένη γάτα,
την ηλικιωμένη οικοδέσποινα,
το γιασεμί και την ημέρα,
και τους χονδρούς τοίχους,
στο βάραθρο,
στην πτώση
του προπατορικού αμαρτήματος.
Και τούτο διότι,
το παράστημα των ανδρών,
πρέπει να ομειάζει
με εκείνο των αγέρωχων πολεμιστών,
που βαδίζοντας
είτε ενδεδυμένοι της μεγάλης στολής
καλπάζοντας προς τα αποτυπώματα της λαμπρής νυκτός,
είτε
τα λεπτά τους ρούχα βαδίζοντες υπό τας φιλύρας.
Τά έντομα και οι μέλισσες αυτής της ακρογιαλιάς, όπου οι μικροί άνεμοι πασπαλίζουν τα αξύριστα μάγουλα σκλήθρες θαλάσσης γεμάτες αλάτι, τα μικρά αμπέλια που ο ήλιος τις ρόγες τους ακόμα δεν ωρίμασε, οι νέες κοπέλες που με τις φούστες να ανεμίζουν, πανιά απλωμένα στην ευωχία των σωμάτων, όλα τούτα συμπυκνούνται σε μια σταγόνα μέλι στα χείλη σου και σε ερωτεύομαι ποιητή. Όλος ο χώρος και ο χρόνος ο μέγας σε μια μικρή κίνηση που ταλαντώνεται όπως το εκκρεμές της κούνιας του παιδιού.
Κύριε Διοικητά,
προσομοιάζει ο χρόνος
ως βέλος,
εκτοξευόμενον και καιόμενον
αενάως
και εσαεί υπεριπτάμενον
καθόσον
το ελείπον παιγνιόχαρτο
είναι
τελικώς
ο στόχος.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου