(ενα)
Αυτές οι θάλασσες
με τα λευκά τους σπίτια,
απλώνονται στα μάτια μας,
και
χανόμαστε
στο πιο γλυκό φιλί.
(δυο)
Να στολίσω με θαλασσινά κεντίδια,
τη σκιά σου,
που ακουμπισμένη
στον φθινοπωρινό τοίχο του πελάγους,
άναρχα και ρυθμικά
το μοΐρολόΐ του έρωτα
αναπέμπει
στους λύχνους
της νυχτιάς...
(τρια)
Μέρα άγνωστη,
αφιερωμένη
στο καρπό της γής,
ένα μικρό καλωσόρισμα.
Νανούρισε στην αγκαλιά σου,
αυτό το μικρό παιδί.
(τεσσερα)
Η αίσθηση του κόσμου,
όπως τον πρωτοβλέπεις,
σιωπηλού,
να στάζει το υγρό της γεννησής του,
στη βροχή αυτού του Νοέμβρη.
Τα μάτια χάνωνται στην ομίχλη,
και το μυαλό
ταξιδεύει σε άλλες θάλασσες.
(πεντε)
Όπου υπάρχεις εσύ,
υπάρχει και η μνήμη του σώματος,
στην γεύση της αλμύρας
και του πόθου.
(εξι)
Όπου η απουσία ενώνεται
με την παρουσία
και
η έλλειψη με την πληρότητα,
ένα μήλο αφημένο στο χιόνι,
ένα όνειρο που φτερουγίζει στην ομίχλη,
την ψυχή σου συνεπαίρνουν.
(επτα)
Πόσο
το σχήμα της φωνής σου
αναζήτησα
και πόσο
τα χρώματα της αγάπης ;
Πές μου,
που τα μάτια σου
να βρώ ;
(οκτω)
Θα βγώ
να ζητιανέψω
στη μέρα,
τη βροχή
που μου χρωστάς.
(εννεα)
Η θάλασσα που γέρνει,
επικίνδυνα στις άκρες των χειλιών σου,
όπως σκύβεις για να αποχαιρετήσεις τον χρόνο ,
κοκκινίζει...
(δεκα)
Ο στρατιώτης
Απέθανεν.
Δίχως τον τελευταίο της εταίρας εναγκαλισμό.
(και ενδεκα)
Το φέγγος του γυμνού σου,
στάζει στα χείλη του πόθου.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου