( Ι )
Έκλεισα την πόρτα στο φεγγάρι
Και το σκοτάδι ξεχύθηκε από παντού.
Άπλωσε τα μαλλιά της η νύχτα στο δωμάτιο,
Τυλίγοντας το έρημο και κοιμισμένο κορμί.
Η πέτρα ακουμπισμένη δίπλα στο παράθυρο,
- ξεχασμένη υπόσχεση του καλοκαιριού -
Και τα όνειρα σκορπισμένα άτακτα
στο σκονισμένο δωμάτιο.
Είναι η φυγή σκληρή.
( ΙΙ )
Αυτό το σπασμένο χέρι,
Έτσι που ξεπροβάλλει από το χώμα,
Έναν άλλο δρόμο μας δείχνει.
Λευκό, με μιαν ατίθαση λευκότητα,
Μέσα από το χώμα και τον χρόνο,
Στοχεύει την θάλασσα.
Την πολύβουη θάλασσα των κυμάτων
Και των αντανακλάσεων του ήλιου,
Που σπάει σε χιλιάδες κόκκους
Για να σχηματίσουν
Το Άγνωστο της Αγάπης πρόσωπο.
Μοίρα των μικρών ωρών,
Που στο όνομά σου,
Τα καλοκαιρινά μεσημέρια,
Καίνε τους τζίτζικες
Και τα δέντρα
Και τα μυαλά των συντρόφων μου
Και εμένα του ίδιου,
Σπλαχνίσου μας,
Σπλαχνίσου μας Μεγάλη Κυρά
Και
Φανέρωσε το Άγριο Πρόσωπο Σου
Και
Την στιγμή του γυρισμού.
( ΙΙΙ )
Η αλαζονία
Του έρωτα,
Του κορμιού εκείνου που στο λευκό τοπίο,
Το τυφλωμένο από τον παντοκράτορα ήλιο,
Το αφρίζον στο θρόϊσμα των ανέμων του καρπού της χαλκοπράσινης ελιάς,
Το κορμί εκείνο σύνορο
Που να διαβούμε δεν είναι δυνατό
Και το πλοίο μας να απλώσει τα πανιά του
Λαμπρά και φουσκωμένα στο μένος του Αίολου
Δεν μπορεί.
Μια δαγκωματιά στον ώμο,
Σαν να γευτήκαμε τον γλυκό καρπό της των Λωτοφάγων χώρας,
Και λύθηκαν τα γονατά μας
Κι ανήμποροι τα κύμματα βλέπουμε καλπ΄παζοντας να φεύγουν.
Είναι η γυναίκα και το γλυκό της φιλί
Γλυκό δηλητήριο,
Ανήμποροι, μόνο στα άνειρα σαλπάρουμε,
Κι΄ αν η θεία Παλλάδα δεν φροντίσει
Εμείς οι έρμοι
Για πάντα θα χαθούμε σε ξένη αγκαλιά,
Σε αυτό το μακρινό ακροθαλάσσι.
( IV )
Την ιερή πόλη πατήσαμε,
Τόσες μορφές πέρασαν το σκοτεινό ποτάμι του Αχέροντα,
Γίναμε πλέον σοφοί.
Πληρώσαμε με τις ζωές μας και τις ζωές των παιδιών μας,
Τον θάνατο που σπείραμε απλόχερα,
Όταν η μανία βούιζε στο κεφάλι μας,
Σάμπως μέλισσα να κυνηγούσε αγελάδα,
Γίναμε πλέον σοφοί.
Ο χρόνος που κύλησε,
Χάθηκε, έφυγε,
Ασπρίσαμε, χάσαμε αντοχή και δύναμη,
Μόνον οι θύμησες ,
σαν γυναίκα να μας περιμένει στο κρεβάτι,
μας ζωντανεύουν,
Γίναμε πλέον σοφοί.
Το θαλασσινό πουλί, μικραίνει τους κύκλους του,
Οι μέρες μας λιγοστεύουν,
Πάλι τη λύσσα και την μάνητα θα διαλέγαμε,
Ή αλλιώς
Δεν γίναμε πιό σοφοί,
Μείναμε άνθρωποι.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου