1.
Να άνοιγα μια πόρτα,
Μια πόρτα κεκρυμμένης σιγής,
Απομεμακρυσμένη των ανόσιων και μη μυημένων οφθαλών του πλήθους.
Άρατε τας πύλας,
Να έμβω ωσεί λεμβούχος φανταστικών ιδεών,
Πανσέληνος,
Ερυθριών,
Ασκαρδαμυκτί
Και να εισέλθω νύκτωρ
Διαμέσου του υμεναίου της σιγής,
Εις την μακράν πορεία
Προς την πατρώα γή,
Ενύπνιον και ενθύμιον
Του μόνου ήχου,
Τέλος.
2.
Πόσο πολύ
Το σχήμα της φωνής σου αναζήτησα
Και πόσο
Τα χρώματα της αγάπης σου ;
Πές μου,
Που τα μάτια σου να βρώ.
3.
Μόνον
Λίγες στιγμές η ζωή
Κι΄ αυτές
Καλλά κρυμμένες
Στη φθορά του ήλιου
Και του χρόνου.
4.
Ο ήλιος σε αλώνει,
Το φώς,
Ύστερα το αλάτι,
Γεμίζει τις ρωγμές του χρόνου στο σώμα.
&
Χάνεσαι
5.
Αν μπορούσα
Να σε μισήσω,
Θα σε μισούσα,
Πιο βαθειά και
Πιο σκοτενά
Απ΄ όσο η ματιά
Χάνεται τη
νύχτα στον
Ουρανό.
Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008
Παννυχίς
Παννυχίς έρως,
αλιεύων τους κεκαρμένους της Θεάς,
ολετήρ των ψυχών
ευδόκισε
και
τα πεπλεγμενα σώματα
σκέπασε
από των βέβηλων οφθαλών τη ματιά.
αλιεύων τους κεκαρμένους της Θεάς,
ολετήρ των ψυχών
ευδόκισε
και
τα πεπλεγμενα σώματα
σκέπασε
από των βέβηλων οφθαλών τη ματιά.
Λαλέουσα και καιομένη
Λαλέουσα και καιομένη
εις τους αιώνας,
σκορπίζουσα εις τους κυματισμούς των χρόνων
την μακάρια τέφρα των λειψάνων,
ορθή
και
πάνοπλος
η αγάπη,
κυβερνά τους πεσσούς της μοίρας.
εις τους αιώνας,
σκορπίζουσα εις τους κυματισμούς των χρόνων
την μακάρια τέφρα των λειψάνων,
ορθή
και
πάνοπλος
η αγάπη,
κυβερνά τους πεσσούς της μοίρας.
μεγάλη θεά
μεγάλη του κυνηγιού θεά,
αναγνωρίζω την χάρι των δακτύλων
όπως ελαφοπάτημα κυνηγού
αναζητάς την λεία σου,
για να την λατρέψεις.
αναγνωρίζω την χάρι των δακτύλων
όπως ελαφοπάτημα κυνηγού
αναζητάς την λεία σου,
για να την λατρέψεις.
διάστικτος, υπέρπυρος
διάστικτος και απόμακρος,
καπνός ταξειδευτής,
ο λόγος ο ερωτικός που ζέστανε
τα παγωμένα μέλη,
φανός και φάρος
σήμα και πρόσκληση
τα γυμνά σου πόδια.
ο αναβάς και περπατήσας επί ματαίω
εις τους λειμώνας του άλατος
θέλει εμβείν
στην αγροικία των ματιών σου.
μην ακούς,
οι λέξεις πεσοί ατάκτως ερριμένοι,
χαλάσματα ψυχής με κυκλώνουν,
ο ποιητής
σηματωρός
απωλέσθη εις της μέθης του τα άγρια κύμματα.
είχα ένα κήπο και τον χάλασα,
είχα μια αγάπη και την έχασα,
ταίζω απομεινάρια ονείρων ζωγραφισμένους γλάρους.
Τώρα διάστικτος,
υπέρπυρος,
εκρήγνυμαι,
την πρώτη αιτία να χαρίσω.
καπνός ταξειδευτής,
ο λόγος ο ερωτικός που ζέστανε
τα παγωμένα μέλη,
φανός και φάρος
σήμα και πρόσκληση
τα γυμνά σου πόδια.
ο αναβάς και περπατήσας επί ματαίω
εις τους λειμώνας του άλατος
θέλει εμβείν
στην αγροικία των ματιών σου.
μην ακούς,
οι λέξεις πεσοί ατάκτως ερριμένοι,
χαλάσματα ψυχής με κυκλώνουν,
ο ποιητής
σηματωρός
απωλέσθη εις της μέθης του τα άγρια κύμματα.
είχα ένα κήπο και τον χάλασα,
είχα μια αγάπη και την έχασα,
ταίζω απομεινάρια ονείρων ζωγραφισμένους γλάρους.
Τώρα διάστικτος,
υπέρπυρος,
εκρήγνυμαι,
την πρώτη αιτία να χαρίσω.
Ιστορία
Όλα είναι εδώ,
παρόντα δια της απουσίας,
τομές στις ελικόμορφους οδούς της σκέψης,
Όλοι είναι εδώ,
δια της απομένουσας γεωμετρίας του χώρου,
σχισμές στον δικτύωμα του χρόνου,
Τα ίχνη της φωτιάς,
οι πέτρες και τα οστά,
η τελευταία αγωνία της κραυγής που σκέπασε την ημέρα,
η ιστορία εδώ κατοικεί.
παρόντα δια της απουσίας,
τομές στις ελικόμορφους οδούς της σκέψης,
Όλοι είναι εδώ,
δια της απομένουσας γεωμετρίας του χώρου,
σχισμές στον δικτύωμα του χρόνου,
Τα ίχνη της φωτιάς,
οι πέτρες και τα οστά,
η τελευταία αγωνία της κραυγής που σκέπασε την ημέρα,
η ιστορία εδώ κατοικεί.
Χρόνια πολλά
Ο ατμός του παρελθόντος,
σε ταξειδεύει στο τότε και στο εκεί,
καταρέει η ιστορία σε ανάμνηση,
τέλος διαδρομής,
σε ένα μικρό γέλιο.
Είναι η σωματική ανάμνηση που οριοθετεί τον χρόνο,
είναι η πίστη που κλείνει στην παλάμη ένα χέρι,
είναι η ματιά.
Μέσα από τις στροφές του χρόνου
απόμεινες να ατενίζεις.
σε ταξειδεύει στο τότε και στο εκεί,
καταρέει η ιστορία σε ανάμνηση,
τέλος διαδρομής,
σε ένα μικρό γέλιο.
Είναι η σωματική ανάμνηση που οριοθετεί τον χρόνο,
είναι η πίστη που κλείνει στην παλάμη ένα χέρι,
είναι η ματιά.
Μέσα από τις στροφές του χρόνου
απόμεινες να ατενίζεις.
Ωδή στην νύχτα
Άπλωσες κυρά μου
τα νυχτολούλουδα σου
στην κοιμισμένη πόλη,
αγγίζοντας βαθειά στην καρδιά των ονείρων.
τα νυχτολούλουδα σου
στην κοιμισμένη πόλη,
αγγίζοντας βαθειά στην καρδιά των ονείρων.
Η μορφή σου
Βρίσκω αυτόν τον άνθρωπο στα ταχυδρομεία
να αναπνέει τη ζωή του και τους υπαλλήλους να γνωρίζει,
αναζητώντας σε.
Βρίσκω την μαύρη του ρεμπούπλικα να σκεπάζει
άλλα πρόσωπα και για σένα να ρωτά,
να ψάχνει σε σφραγίδες και καταχωρήσεων βιβλία.
Βρίσκω τον άνθρωπο αυτόν
τη ζωή του σε σένα να έχει αφιερώσει,
μοναχικό μου κατάμαυρο διαμάντι.
Μοναξιά είσαι στη καρδιά καρφιτσωμένη,
υδάτινη μορφή που κυλά στα ρείθρα της ψυχής,
τα μάτια σου αντανακλάται στον ιριδισμό της μέρας.
Ξένος σε μια χώρα που ο έρωτας δεν ευδοκιμεί.
Κρυφός περιηγητής του θανάτου.
Τα μικρά των πέντε λεπτών όνειρα τελειώνουν.
να αναπνέει τη ζωή του και τους υπαλλήλους να γνωρίζει,
αναζητώντας σε.
Βρίσκω την μαύρη του ρεμπούπλικα να σκεπάζει
άλλα πρόσωπα και για σένα να ρωτά,
να ψάχνει σε σφραγίδες και καταχωρήσεων βιβλία.
Βρίσκω τον άνθρωπο αυτόν
τη ζωή του σε σένα να έχει αφιερώσει,
μοναχικό μου κατάμαυρο διαμάντι.
Μοναξιά είσαι στη καρδιά καρφιτσωμένη,
υδάτινη μορφή που κυλά στα ρείθρα της ψυχής,
τα μάτια σου αντανακλάται στον ιριδισμό της μέρας.
Ξένος σε μια χώρα που ο έρωτας δεν ευδοκιμεί.
Κρυφός περιηγητής του θανάτου.
Τα μικρά των πέντε λεπτών όνειρα τελειώνουν.
τριάντα χρόνια
Άλλοτε την βλέπεις να κουτσαίνει,
ανεβαίνοντας μιαν ανηφόρα,
τραβώντας για τα διάσελα του φεγγαριού,
άλλοτε να παίρνει φόρα και να κυλά κατά τη θάλασσα,
το κορμί της βάφοντας χιλιάδες χρώματα.
Στέκει ακίνητη σαν άγαλμα, ξεχασμένο στη γωνιά κάποιου μουσείου,
γέρικο, αραχνιασμένο.
Ακίνητα τα μεγάλα της μάτια, να μην κυττάζουν πουθενά.
Στις σκοτεινές γωνιές του φεγγαριού που κρύβωται
ήχοι άγνωστοι στέκει βασίλισσα τους μια γυναίκα.
Μητέρα εσύ των τριζονιών και των άλλων ήχων,
απο μακριά στέκεις να με κυττάς,
τα χείλη σου κρυφοπαίζοντας,
νόημα δίνοντας στην ανάσσα.
Με μια βραχνή φωνή σου τραγουδώ,
μια μικρή ιστορία ίσα να αποκοιμηθείς.
ανεβαίνοντας μιαν ανηφόρα,
τραβώντας για τα διάσελα του φεγγαριού,
άλλοτε να παίρνει φόρα και να κυλά κατά τη θάλασσα,
το κορμί της βάφοντας χιλιάδες χρώματα.
Στέκει ακίνητη σαν άγαλμα, ξεχασμένο στη γωνιά κάποιου μουσείου,
γέρικο, αραχνιασμένο.
Ακίνητα τα μεγάλα της μάτια, να μην κυττάζουν πουθενά.
Στις σκοτεινές γωνιές του φεγγαριού που κρύβωται
ήχοι άγνωστοι στέκει βασίλισσα τους μια γυναίκα.
Μητέρα εσύ των τριζονιών και των άλλων ήχων,
απο μακριά στέκεις να με κυττάς,
τα χείλη σου κρυφοπαίζοντας,
νόημα δίνοντας στην ανάσσα.
Με μια βραχνή φωνή σου τραγουδώ,
μια μικρή ιστορία ίσα να αποκοιμηθείς.
... έρωτας ...
Μπαίνω μαζί σου στο άγνωστο σπίτι,
ένα κίτρινο χαλί στο πάτωμα.
Τίποτε άλλο.
Γυμνοί οι τοίχοι,
γυμνά τα σώματα,
γυμνές ψυχές.
Δεν μιλάμε,
κυτταζόμαστε
μέχρι τα μάτια να γείρουν και να βυθιστούν στο κίτρινο.
Κρυβόμαστε στις πτυχές του.
Χανόμαστε στην άχρονη ώρα του εναγκαλισμού,
δυό ψυχές ερωτευμένες.
ένα κίτρινο χαλί στο πάτωμα.
Τίποτε άλλο.
Γυμνοί οι τοίχοι,
γυμνά τα σώματα,
γυμνές ψυχές.
Δεν μιλάμε,
κυτταζόμαστε
μέχρι τα μάτια να γείρουν και να βυθιστούν στο κίτρινο.
Κρυβόμαστε στις πτυχές του.
Χανόμαστε στην άχρονη ώρα του εναγκαλισμού,
δυό ψυχές ερωτευμένες.
Η αλαζονεία των λέξεων
Η αλαζονεία των λέξεων μας κούρασαν,
σταθήκαμε να ανασάνουμε το ύστατο χαίρε στον μεγάλο νεκρό της νιότης.
Εκείπου σταθήκαμε, ήχος του τελευταίου δειλινού,
πήρα τη ψυχή μας ταξείδι,
σε χρόνους αλλοτινούς.
Κόκκινη κλωστή μας διαπερνά,
χαράσσοντας ένα χαμόγελο μιας άλλης ύπαρξης.
σταθήκαμε να ανασάνουμε το ύστατο χαίρε στον μεγάλο νεκρό της νιότης.
Εκείπου σταθήκαμε, ήχος του τελευταίου δειλινού,
πήρα τη ψυχή μας ταξείδι,
σε χρόνους αλλοτινούς.
Κόκκινη κλωστή μας διαπερνά,
χαράσσοντας ένα χαμόγελο μιας άλλης ύπαρξης.
Ημέρα
Κύτταζε την ημέρα,
που στα χέρια ανασαίνει,
Κύτταζε την ημέρα,
που ανατέλει πάμφωτος, πλήρης ήχων,
λαλέουσα την χάριν των οφθαλμών,
παλίμψηστος αθωότης.
Υποφέρω την νότα νοσταλγίας
που ο μουσικός ελησμόνησε ακούρδιστη στο ξεραμένο όργανο,
μεταλαμβάνω του νόστου,
τις εγεύθη τον θάνατο ;
που στα χέρια ανασαίνει,
Κύτταζε την ημέρα,
που ανατέλει πάμφωτος, πλήρης ήχων,
λαλέουσα την χάριν των οφθαλμών,
παλίμψηστος αθωότης.
Υποφέρω την νότα νοσταλγίας
που ο μουσικός ελησμόνησε ακούρδιστη στο ξεραμένο όργανο,
μεταλαμβάνω του νόστου,
τις εγεύθη τον θάνατο ;
je ne souviens pas ...
Δεν μπορώ να θυμηθώ τις νύχτες,
ούτε και τις μέρες που μαζί σου έζησα.
Θυμάμαι μόνο το φώς και το σκοτάδι που το κορμί σου κύκλωνε και μ αιχμαλώτιζε.
ούτε και τις μέρες που μαζί σου έζησα.
Θυμάμαι μόνο το φώς και το σκοτάδι που το κορμί σου κύκλωνε και μ αιχμαλώτιζε.
Ημερολόγιο ενός στρατιώτη (1)
.................................................................................................................................................................................................................................................
Τά όνειρα ξεθωριάζουν έτσι όπως βρέχει. Πάντα ξεθωριάζουν στο τέλος. Κυλούν οι μπογιές στη φόρμα μου και λερώνομαι, δεν υπάρχουν και δικαιολογίες.
Βροχή, βροχή, βροχή. Αυτό τονησί έχει εταμορφωθεί σε ένα σύννεφο βροχής, είναι μια βροχή που αναβλύζει από παντού, παντού. Από την παλιά οροφή
στα κεφάλια μας, από τα κεφάλια μας στα χιτώνια... Κοιμάμαι το βράδι και δεν ξέρω πια τι όνειρα βλέπω. Βρεγμένα, σκιές μιας άλλης ζωής.
Ένα κίτρινο θηριώδες τρόλλευ να μουγκανίζει τρελλαμένο, τό πάρκο απέναντι από τοσπίτι, τον μικρό να κοιμάται δίπλα μας, τον μικρό να παίζει, εσένα.
Δεν ξέρω τι ονειρεύομαι, τι σκέφτομαι στον ύπνο μου. Ίσως όλα αυτά που δεν τολμώ να σκεφτώ όσο είμαι ξύπνιος. Ζωή κι αυτή μια φορά. Πέρασαν τόσες
βδομάδες που λείπετε από το σώμα μου.
..................................................................................................................................................................................................................................................
Τά όνειρα ξεθωριάζουν έτσι όπως βρέχει. Πάντα ξεθωριάζουν στο τέλος. Κυλούν οι μπογιές στη φόρμα μου και λερώνομαι, δεν υπάρχουν και δικαιολογίες.
Βροχή, βροχή, βροχή. Αυτό τονησί έχει εταμορφωθεί σε ένα σύννεφο βροχής, είναι μια βροχή που αναβλύζει από παντού, παντού. Από την παλιά οροφή
στα κεφάλια μας, από τα κεφάλια μας στα χιτώνια... Κοιμάμαι το βράδι και δεν ξέρω πια τι όνειρα βλέπω. Βρεγμένα, σκιές μιας άλλης ζωής.
Ένα κίτρινο θηριώδες τρόλλευ να μουγκανίζει τρελλαμένο, τό πάρκο απέναντι από τοσπίτι, τον μικρό να κοιμάται δίπλα μας, τον μικρό να παίζει, εσένα.
Δεν ξέρω τι ονειρεύομαι, τι σκέφτομαι στον ύπνο μου. Ίσως όλα αυτά που δεν τολμώ να σκεφτώ όσο είμαι ξύπνιος. Ζωή κι αυτή μια φορά. Πέρασαν τόσες
βδομάδες που λείπετε από το σώμα μου.
..................................................................................................................................................................................................................................................
Έρωτας μελαγχολικός
Έρωτας μελαγχολικός,
για τα χαμένα χαρακτηριστικά σου,
ξεχειλίζει η στάμνα της μνήμης
από το πορτοκαλένιο σου θάμπος.
Μαζεύω την αλλαγή του χρόνου από τους μικρούς αέρηδες,
ψηλαφίζω τα αποτυπώματατων βράχων στην άκρη της στεριάς,
βηματίζω τα σημάδια σου, όπως ακριβώς τα χέρια σου χάϊδεψαν το πρόσωπο μου,
άν έρθεις.
για τα χαμένα χαρακτηριστικά σου,
ξεχειλίζει η στάμνα της μνήμης
από το πορτοκαλένιο σου θάμπος.
Μαζεύω την αλλαγή του χρόνου από τους μικρούς αέρηδες,
ψηλαφίζω τα αποτυπώματατων βράχων στην άκρη της στεριάς,
βηματίζω τα σημάδια σου, όπως ακριβώς τα χέρια σου χάϊδεψαν το πρόσωπο μου,
άν έρθεις.
ένα πίνγκ
Σε ξέχασα.
Πέρασε ο καιρός που η φωνή χάλκινη αντηχούσε
στα όνειρα που ανέμιζαν.
Σε ξέχασα.
Μόνο κάποιες εκδορές,
όταν ακουμπώ την πλάτη μου σε δέντρα σε θυμίζουν.
Σιωπή,
στην άκρη του προσώπου στάζει, γοερή αναθρώσκουσα προσευχή,
λυγισμένη μνήμη.
Ένα λεπτό χρόνου,
όταν το φώς διαθλά τον έρωτα στην προτεραία του μορφή,
σκότος,
συμπύκνωση και ο χρόνος διεράγη σε δροσοσταλίδες επιθυμιών.
Τα δακτυλικά σου αποτυπώματα στο σώμα,
φύλλα που τον ήλιο σκιάζουν,
οι νύχτες κυλούσαν απατηλές.
Κι όμως,
θέλω ένα σινιάλο να σου στείλω,
ένα μήνυμα πως υπάρχω και υπάρχεις,
ένα τόσο δα μικρούλη πίνγκ.
Ένα πίνγκ αντίο, χωρίς φιλί, πικρά ηλεκτρονικό
σαν φύλλο που κύλησε
σαν πνοή χωρίς άρωμα.
Τελειώνω,...,τελειώνω.
Κάτι το λευκόν,
κάτι το ωραίον,
να τι θέλω.
Μια λέξη σιωπής,
ένα λευκό φύλλο χάρτου,
ένα νεκρό λουλούδι σε ένα κενό φάκελλο,
καμμία κίνηση του σώματος.
Σε ξέχασα
και όμως
σ' αγαπώ ακόμα.
Πέρασε ο καιρός που η φωνή χάλκινη αντηχούσε
στα όνειρα που ανέμιζαν.
Σε ξέχασα.
Μόνο κάποιες εκδορές,
όταν ακουμπώ την πλάτη μου σε δέντρα σε θυμίζουν.
Σιωπή,
στην άκρη του προσώπου στάζει, γοερή αναθρώσκουσα προσευχή,
λυγισμένη μνήμη.
Ένα λεπτό χρόνου,
όταν το φώς διαθλά τον έρωτα στην προτεραία του μορφή,
σκότος,
συμπύκνωση και ο χρόνος διεράγη σε δροσοσταλίδες επιθυμιών.
Τα δακτυλικά σου αποτυπώματα στο σώμα,
φύλλα που τον ήλιο σκιάζουν,
οι νύχτες κυλούσαν απατηλές.
Κι όμως,
θέλω ένα σινιάλο να σου στείλω,
ένα μήνυμα πως υπάρχω και υπάρχεις,
ένα τόσο δα μικρούλη πίνγκ.
Ένα πίνγκ αντίο, χωρίς φιλί, πικρά ηλεκτρονικό
σαν φύλλο που κύλησε
σαν πνοή χωρίς άρωμα.
Τελειώνω,...,τελειώνω.
Κάτι το λευκόν,
κάτι το ωραίον,
να τι θέλω.
Μια λέξη σιωπής,
ένα λευκό φύλλο χάρτου,
ένα νεκρό λουλούδι σε ένα κενό φάκελλο,
καμμία κίνηση του σώματος.
Σε ξέχασα
και όμως
σ' αγαπώ ακόμα.
Ανάγκη ύπαρξης
Ο διαβάτης
χρειάζεται τον δρόμο
για να υπάρξει,
ο δρόμος όχι.
Στέκει εκεί, στο φώς και τον αέρα,
στους ίσκιους των ελάτων και την ευωδία του βουνού.
Το σχήμα θέλει την σάρκα
για να ζωγραφίσει τον χώρο,
και το φώς το σώμα για
να γεννηθεί ο έρωτας.
χρειάζεται τον δρόμο
για να υπάρξει,
ο δρόμος όχι.
Στέκει εκεί, στο φώς και τον αέρα,
στους ίσκιους των ελάτων και την ευωδία του βουνού.
Το σχήμα θέλει την σάρκα
για να ζωγραφίσει τον χώρο,
και το φώς το σώμα για
να γεννηθεί ο έρωτας.
ΉΧΟΣ και ΧΑΔΙ
Να ταξείδευα είδα,
στον ήχο των λόγων
που δεν είπαμε,
έστω
να ζούσα
την θαλπωρή του ήχου σε χάδι.
στον ήχο των λόγων
που δεν είπαμε,
έστω
να ζούσα
την θαλπωρή του ήχου σε χάδι.
έρωτας σχημάτων ή σχήμα ερώτων ?
κυττάζω μεσα απο τους επάλληλους κύκλους των σωμάτων,
μεθυσμένες γραμμές σύρονται στα χάρτινα σεντόνια,
κλειστά επίπεδα,
κυρτές επιφάνειες,
- η σκίαση είναι λάθος -
γυμνό τοπίο φεβρουαρίου,
νεοσσοί ανθών κρώζουν και
διχοτομούν την γωνιά της κνήμης στα ακροκέραμα της μέρας,
ανάσα χιονιού,
ριγώ,
πως με τυφλώνει η λευκότης της ομορφιάς σου,
πεθαίνω.
μεθυσμένες γραμμές σύρονται στα χάρτινα σεντόνια,
κλειστά επίπεδα,
κυρτές επιφάνειες,
- η σκίαση είναι λάθος -
γυμνό τοπίο φεβρουαρίου,
νεοσσοί ανθών κρώζουν και
διχοτομούν την γωνιά της κνήμης στα ακροκέραμα της μέρας,
ανάσα χιονιού,
ριγώ,
πως με τυφλώνει η λευκότης της ομορφιάς σου,
πεθαίνω.
πρόκληση
Ανήρτησες την πρόκληση,
χθόνια θεά,
στο μεσιανό κατάρτι, να αντικρύζει τις ματιές,
ζητάς νέα θύματα,
να προστεθούν στην μακριά γραμμή
όσων πλάνεψες,
γητεύτρα των λόγων και των στεναγμών.
χθόνια θεά,
στο μεσιανό κατάρτι, να αντικρύζει τις ματιές,
ζητάς νέα θύματα,
να προστεθούν στην μακριά γραμμή
όσων πλάνεψες,
γητεύτρα των λόγων και των στεναγμών.
μνήμη του σώματος
Σκιά του σώματος,
που στραγγίζει τα χείλη,
βρόχινες στάλες θαλάσσης εκρήγνυνται,
και συ ψιθυρίζοντας " ευτυχία ",
σαρκοφάγος λέαινα,
κεκρυμμένη
στην προοπτική του φωτός που διαθλάται
στο σώμα του πελάγους.
Σώμα καμπυλωμένο στου έρωτα το χάδι,
το χρόνο κυρτώνει, τον έρωτα αιχμαλωτίζει,
στις χιονισμένες άκρες του ασημένιου φωτός
που από το παράθυρο τις ανάσες του πόθου ανθίζει.
Στάζει ο κεχριμπαρένιος έρωτας,
στον ήχο των τυφλών σωμάτων που χείλη αναζητούν,
η γεύση του σώματος στις πεινασμένες ψυχές,
νυχτώνει ...
που στραγγίζει τα χείλη,
βρόχινες στάλες θαλάσσης εκρήγνυνται,
και συ ψιθυρίζοντας " ευτυχία ",
σαρκοφάγος λέαινα,
κεκρυμμένη
στην προοπτική του φωτός που διαθλάται
στο σώμα του πελάγους.
Σώμα καμπυλωμένο στου έρωτα το χάδι,
το χρόνο κυρτώνει, τον έρωτα αιχμαλωτίζει,
στις χιονισμένες άκρες του ασημένιου φωτός
που από το παράθυρο τις ανάσες του πόθου ανθίζει.
Στάζει ο κεχριμπαρένιος έρωτας,
στον ήχο των τυφλών σωμάτων που χείλη αναζητούν,
η γεύση του σώματος στις πεινασμένες ψυχές,
νυχτώνει ...
Ελλέβορος (Φυτάδι ταπεινό)
Μνήμη, εσύ,
ελλέβορος μαγικός,
φόνισσα
των πεπλεγμένων σωμάτων,
των αραχνούφαντων αναπνοών,
υφάδι κόκκινο στους χυμούς του έρωτα,
ελλοχεύεις
πίσω απο τα γυμνά σημάδια
στα κουρασμένα σώματα,
και κυριεύεις τον νου
όταν η υπέρπυρος φωτός ακτίνα διαμελίζει το γυμνό της περίγραμμα.
ελλέβορος μαγικός,
φόνισσα
των πεπλεγμένων σωμάτων,
των αραχνούφαντων αναπνοών,
υφάδι κόκκινο στους χυμούς του έρωτα,
ελλοχεύεις
πίσω απο τα γυμνά σημάδια
στα κουρασμένα σώματα,
και κυριεύεις τον νου
όταν η υπέρπυρος φωτός ακτίνα διαμελίζει το γυμνό της περίγραμμα.
παντα κατι λειπει ...
πάντα ένα κάτι,
αβυσσαλέο, απροσδιόριστο, ομιχλώδες, ευγενές, κακό, ...
θα μένει αφώτιστο,
προκαλώντας μας, να το ανιχνεύσουμε,
και αν το ψηλαφήσουμε,
τότε κάποιο άλλο κάτι,
θα πάρει τη σκοτεινή του θέση,
πάντα
πίσω από τα λόγια, υπάρχουν λέξεις που δεν ειπώθηκαν,
πίσω από τον έρωτα υπάρχει ένας έρωτας ανολοκλήρωτος,
η μορφή σου
ιχνηλατειται στα όρια ολων των μορφων.
αβυσσαλέο, απροσδιόριστο, ομιχλώδες, ευγενές, κακό, ...
θα μένει αφώτιστο,
προκαλώντας μας, να το ανιχνεύσουμε,
και αν το ψηλαφήσουμε,
τότε κάποιο άλλο κάτι,
θα πάρει τη σκοτεινή του θέση,
πάντα
πίσω από τα λόγια, υπάρχουν λέξεις που δεν ειπώθηκαν,
πίσω από τον έρωτα υπάρχει ένας έρωτας ανολοκλήρωτος,
η μορφή σου
ιχνηλατειται στα όρια ολων των μορφων.
κύκλοι
Επάλληλοι κύκλοι
την πορεία της νύκτας τέμνουν,
και το φως σκεδάζοντας σε μαύρους τοίχους ανατέμνουν.
Η πηγή στέρεψε
απο τα δάκρυα, μόνο σημάδι το αλάτι.
την πορεία της νύκτας τέμνουν,
και το φως σκεδάζοντας σε μαύρους τοίχους ανατέμνουν.
Η πηγή στέρεψε
απο τα δάκρυα, μόνο σημάδι το αλάτι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
