Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2008

Μικρές απόπειρες

1.



Να άνοιγα μια πόρτα,
Μια πόρτα κεκρυμμένης σιγής,
Απομεμακρυσμένη των ανόσιων και μη μυημένων οφθαλών του πλήθους.

Άρατε τας πύλας,
Να έμβω ωσεί λεμβούχος φανταστικών ιδεών,
Πανσέληνος,
Ερυθριών,
Ασκαρδαμυκτί
Και να εισέλθω νύκτωρ
Διαμέσου του υμεναίου της σιγής,
Εις την μακράν πορεία
Προς την πατρώα γή,
Ενύπνιον και ενθύμιον
Του μόνου ήχου,
Τέλος.




2.



Πόσο πολύ
Το σχήμα της φωνής σου αναζήτησα
Και πόσο
Τα χρώματα της αγάπης σου ;

Πές μου,
Που τα μάτια σου να βρώ.




3.



Μόνον
Λίγες στιγμές η ζωή
Κι΄ αυτές
Καλλά κρυμμένες
Στη φθορά του ήλιου
Και του χρόνου.




4.



Ο ήλιος σε αλώνει,
Το φώς,
Ύστερα το αλάτι,
Γεμίζει τις ρωγμές του χρόνου στο σώμα.
&
Χάνεσαι




5.



Αν μπορούσα
Να σε μισήσω,
Θα σε μισούσα,
Πιο βαθειά και
Πιο σκοτενά
Απ΄ όσο η ματιά
Χάνεται τη
νύχτα στον
Ουρανό.

Παννυχίς

Παννυχίς έρως,
αλιεύων τους κεκαρμένους της Θεάς,
ολετήρ των ψυχών
ευδόκισε
και
τα πεπλεγμενα σώματα
σκέπασε
από των βέβηλων οφθαλών τη ματιά.

Λαλέουσα και καιομένη

Λαλέουσα και καιομένη
εις τους αιώνας,
σκορπίζουσα εις τους κυματισμούς των χρόνων
την μακάρια τέφρα των λειψάνων,
ορθή
και
πάνοπλος
η αγάπη,
κυβερνά τους πεσσούς της μοίρας.

μεγάλη θεά

μεγάλη του κυνηγιού θεά,
αναγνωρίζω την χάρι των δακτύλων
όπως ελαφοπάτημα κυνηγού
αναζητάς την λεία σου,
για να την λατρέψεις.

διάστικτος, υπέρπυρος

διάστικτος και απόμακρος,
καπνός ταξειδευτής,
ο λόγος ο ερωτικός που ζέστανε
τα παγωμένα μέλη,
φανός και φάρος
σήμα και πρόσκληση
τα γυμνά σου πόδια.
ο αναβάς και περπατήσας επί ματαίω
εις τους λειμώνας του άλατος
θέλει εμβείν
στην αγροικία των ματιών σου.
μην ακούς,
οι λέξεις πεσοί ατάκτως ερριμένοι,
χαλάσματα ψυχής με κυκλώνουν,
ο ποιητής
σηματωρός
απωλέσθη εις της μέθης του τα άγρια κύμματα.
είχα ένα κήπο και τον χάλασα,
είχα μια αγάπη και την έχασα,
ταίζω απομεινάρια ονείρων ζωγραφισμένους γλάρους.
Τώρα διάστικτος,
υπέρπυρος,
εκρήγνυμαι,
την πρώτη αιτία να χαρίσω.

Ιστορία

Όλα είναι εδώ,
παρόντα δια της απουσίας,
τομές στις ελικόμορφους οδούς της σκέψης,
Όλοι είναι εδώ,
δια της απομένουσας γεωμετρίας του χώρου,
σχισμές στον δικτύωμα του χρόνου,
Τα ίχνη της φωτιάς,
οι πέτρες και τα οστά,
η τελευταία αγωνία της κραυγής που σκέπασε την ημέρα,
η ιστορία εδώ κατοικεί.

Φόβος ...

Απαστράπτων φως
χάλκινος ο πελεκυς
φόβους σμιλεύει.

Χρόνια πολλά

Ο ατμός του παρελθόντος,
σε ταξειδεύει στο τότε και στο εκεί,
καταρέει η ιστορία σε ανάμνηση,
τέλος διαδρομής,
σε ένα μικρό γέλιο.

Είναι η σωματική ανάμνηση που οριοθετεί τον χρόνο,
είναι η πίστη που κλείνει στην παλάμη ένα χέρι,
είναι η ματιά.

Μέσα από τις στροφές του χρόνου
απόμεινες να ατενίζεις.

Παγοδρόμιο

Παγοδρόμιο
ψυχών και δρόμων
λιγοστέψαμε.

Ωδή στην νύχτα

Άπλωσες κυρά μου
τα νυχτολούλουδα σου
στην κοιμισμένη πόλη,
αγγίζοντας βαθειά στην καρδιά των ονείρων.

Η μορφή σου

Βρίσκω αυτόν τον άνθρωπο στα ταχυδρομεία
να αναπνέει τη ζωή του και τους υπαλλήλους να γνωρίζει,
αναζητώντας σε.
Βρίσκω την μαύρη του ρεμπούπλικα να σκεπάζει
άλλα πρόσωπα και για σένα να ρωτά,
να ψάχνει σε σφραγίδες και καταχωρήσεων βιβλία.
Βρίσκω τον άνθρωπο αυτόν
τη ζωή του σε σένα να έχει αφιερώσει,
μοναχικό μου κατάμαυρο διαμάντι.
Μοναξιά είσαι στη καρδιά καρφιτσωμένη,
υδάτινη μορφή που κυλά στα ρείθρα της ψυχής,
τα μάτια σου αντανακλάται στον ιριδισμό της μέρας.

Ξένος σε μια χώρα που ο έρωτας δεν ευδοκιμεί.
Κρυφός περιηγητής του θανάτου.
Τα μικρά των πέντε λεπτών όνειρα τελειώνουν.

τριάντα χρόνια

Άλλοτε την βλέπεις να κουτσαίνει,
ανεβαίνοντας μιαν ανηφόρα,
τραβώντας για τα διάσελα του φεγγαριού,
άλλοτε να παίρνει φόρα και να κυλά κατά τη θάλασσα,
το κορμί της βάφοντας χιλιάδες χρώματα.
Στέκει ακίνητη σαν άγαλμα, ξεχασμένο στη γωνιά κάποιου μουσείου,
γέρικο, αραχνιασμένο.
Ακίνητα τα μεγάλα της μάτια, να μην κυττάζουν πουθενά.
Στις σκοτεινές γωνιές του φεγγαριού που κρύβωται
ήχοι άγνωστοι στέκει βασίλισσα τους μια γυναίκα.
Μητέρα εσύ των τριζονιών και των άλλων ήχων,
απο μακριά στέκεις να με κυττάς,
τα χείλη σου κρυφοπαίζοντας,
νόημα δίνοντας στην ανάσσα.
Με μια βραχνή φωνή σου τραγουδώ,
μια μικρή ιστορία ίσα να αποκοιμηθείς.

... έρωτας ...

Μπαίνω μαζί σου στο άγνωστο σπίτι,
ένα κίτρινο χαλί στο πάτωμα.
Τίποτε άλλο.
Γυμνοί οι τοίχοι,
γυμνά τα σώματα,
γυμνές ψυχές.
Δεν μιλάμε,
κυτταζόμαστε
μέχρι τα μάτια να γείρουν και να βυθιστούν στο κίτρινο.
Κρυβόμαστε στις πτυχές του.

Χανόμαστε στην άχρονη ώρα του εναγκαλισμού,
δυό ψυχές ερωτευμένες.

Η αλαζονεία των λέξεων

Η αλαζονεία των λέξεων μας κούρασαν,
σταθήκαμε να ανασάνουμε το ύστατο χαίρε στον μεγάλο νεκρό της νιότης.
Εκείπου σταθήκαμε, ήχος του τελευταίου δειλινού,
πήρα τη ψυχή μας ταξείδι,
σε χρόνους αλλοτινούς.
Κόκκινη κλωστή μας διαπερνά,
χαράσσοντας ένα χαμόγελο μιας άλλης ύπαρξης.

Ημέρα

Κύτταζε την ημέρα,
που στα χέρια ανασαίνει,
Κύτταζε την ημέρα,
που ανατέλει πάμφωτος, πλήρης ήχων,
λαλέουσα την χάριν των οφθαλμών,
παλίμψηστος αθωότης.
Υποφέρω την νότα νοσταλγίας
που ο μουσικός ελησμόνησε ακούρδιστη στο ξεραμένο όργανο,
μεταλαμβάνω του νόστου,
τις εγεύθη τον θάνατο ;

je ne souviens pas ...

Δεν μπορώ να θυμηθώ τις νύχτες,
ούτε και τις μέρες που μαζί σου έζησα.
Θυμάμαι μόνο το φώς και το σκοτάδι που το κορμί σου κύκλωνε και μ αιχμαλώτιζε.

Ημερολόγιο ενός στρατιώτη (1)

.................................................................................................................................................................................................................................................
Τά όνειρα ξεθωριάζουν έτσι όπως βρέχει. Πάντα ξεθωριάζουν στο τέλος. Κυλούν οι μπογιές στη φόρμα μου και λερώνομαι, δεν υπάρχουν και δικαιολογίες.
Βροχή, βροχή, βροχή. Αυτό τονησί έχει εταμορφωθεί σε ένα σύννεφο βροχής, είναι μια βροχή που αναβλύζει από παντού, παντού. Από την παλιά οροφή
στα κεφάλια μας, από τα κεφάλια μας στα χιτώνια... Κοιμάμαι το βράδι και δεν ξέρω πια τι όνειρα βλέπω. Βρεγμένα, σκιές μιας άλλης ζωής.
Ένα κίτρινο θηριώδες τρόλλευ να μουγκανίζει τρελλαμένο, τό πάρκο απέναντι από τοσπίτι, τον μικρό να κοιμάται δίπλα μας, τον μικρό να παίζει, εσένα.
Δεν ξέρω τι ονειρεύομαι, τι σκέφτομαι στον ύπνο μου. Ίσως όλα αυτά που δεν τολμώ να σκεφτώ όσο είμαι ξύπνιος. Ζωή κι αυτή μια φορά. Πέρασαν τόσες
βδομάδες που λείπετε από το σώμα μου.
..................................................................................................................................................................................................................................................

Έρωτας μελαγχολικός

Έρωτας μελαγχολικός,
για τα χαμένα χαρακτηριστικά σου,
ξεχειλίζει η στάμνα της μνήμης
από το πορτοκαλένιο σου θάμπος.
Μαζεύω την αλλαγή του χρόνου από τους μικρούς αέρηδες,
ψηλαφίζω τα αποτυπώματατων βράχων στην άκρη της στεριάς,
βηματίζω τα σημάδια σου, όπως ακριβώς τα χέρια σου χάϊδεψαν το πρόσωπο μου,
άν έρθεις.

ένα πίνγκ

Σε ξέχασα.
Πέρασε ο καιρός που η φωνή χάλκινη αντηχούσε
στα όνειρα που ανέμιζαν.
Σε ξέχασα.
Μόνο κάποιες εκδορές,
όταν ακουμπώ την πλάτη μου σε δέντρα σε θυμίζουν.
Σιωπή,
στην άκρη του προσώπου στάζει, γοερή αναθρώσκουσα προσευχή,
λυγισμένη μνήμη.
Ένα λεπτό χρόνου,
όταν το φώς διαθλά τον έρωτα στην προτεραία του μορφή,
σκότος,
συμπύκνωση και ο χρόνος διεράγη σε δροσοσταλίδες επιθυμιών.
Τα δακτυλικά σου αποτυπώματα στο σώμα,
φύλλα που τον ήλιο σκιάζουν,
οι νύχτες κυλούσαν απατηλές.
Κι όμως,
θέλω ένα σινιάλο να σου στείλω,
ένα μήνυμα πως υπάρχω και υπάρχεις,
ένα τόσο δα μικρούλη πίνγκ.
Ένα πίνγκ αντίο, χωρίς φιλί, πικρά ηλεκτρονικό
σαν φύλλο που κύλησε
σαν πνοή χωρίς άρωμα.
Τελειώνω,...,τελειώνω.
Κάτι το λευκόν,
κάτι το ωραίον,
να τι θέλω.
Μια λέξη σιωπής,
ένα λευκό φύλλο χάρτου,
ένα νεκρό λουλούδι σε ένα κενό φάκελλο,
καμμία κίνηση του σώματος.
Σε ξέχασα
και όμως
σ' αγαπώ ακόμα.

Ανάγκη ύπαρξης

Ο διαβάτης
χρειάζεται τον δρόμο
για να υπάρξει,
ο δρόμος όχι.
Στέκει εκεί, στο φώς και τον αέρα,
στους ίσκιους των ελάτων και την ευωδία του βουνού.
Το σχήμα θέλει την σάρκα
για να ζωγραφίσει τον χώρο,
και το φώς το σώμα για
να γεννηθεί ο έρωτας.

ΉΧΟΣ και ΧΑΔΙ

Να ταξείδευα είδα,
στον ήχο των λόγων
που δεν είπαμε,
έστω
να ζούσα
την θαλπωρή του ήχου σε χάδι.

έρωτας σχημάτων ή σχήμα ερώτων ?

κυττάζω μεσα απο τους επάλληλους κύκλους των σωμάτων,
μεθυσμένες γραμμές σύρονται στα χάρτινα σεντόνια,
κλειστά επίπεδα,
κυρτές επιφάνειες,
- η σκίαση είναι λάθος -
γυμνό τοπίο φεβρουαρίου,
νεοσσοί ανθών κρώζουν και
διχοτομούν την γωνιά της κνήμης στα ακροκέραμα της μέρας,
ανάσα χιονιού,
ριγώ,
πως με τυφλώνει η λευκότης της ομορφιάς σου,
πεθαίνω.

πρόκληση

Ανήρτησες την πρόκληση,
χθόνια θεά,
στο μεσιανό κατάρτι, να αντικρύζει τις ματιές,
ζητάς νέα θύματα,
να προστεθούν στην μακριά γραμμή
όσων πλάνεψες,
γητεύτρα των λόγων και των στεναγμών.

ΛΕΞΕΙΣ

Κίβδηλες λέξεις,
απατηλά όνειρα,
θάνατος βαθύς.

μνήμη του σώματος

Σκιά του σώματος,
που στραγγίζει τα χείλη,
βρόχινες στάλες θαλάσσης εκρήγνυνται,
και συ ψιθυρίζοντας " ευτυχία ",
σαρκοφάγος λέαινα,
κεκρυμμένη
στην προοπτική του φωτός που διαθλάται
στο σώμα του πελάγους.
Σώμα καμπυλωμένο στου έρωτα το χάδι,
το χρόνο κυρτώνει, τον έρωτα αιχμαλωτίζει,
στις χιονισμένες άκρες του ασημένιου φωτός
που από το παράθυρο τις ανάσες του πόθου ανθίζει.
Στάζει ο κεχριμπαρένιος έρωτας,
στον ήχο των τυφλών σωμάτων που χείλη αναζητούν,
η γεύση του σώματος στις πεινασμένες ψυχές,
νυχτώνει ...

Ελλέβορος (Φυτάδι ταπεινό)

Μνήμη, εσύ,
ελλέβορος μαγικός,
φόνισσα
των πεπλεγμένων σωμάτων,
των αραχνούφαντων αναπνοών,
υφάδι κόκκινο στους χυμούς του έρωτα,
ελλοχεύεις
πίσω απο τα γυμνά σημάδια
στα κουρασμένα σώματα,
και κυριεύεις τον νου
όταν η υπέρπυρος φωτός ακτίνα διαμελίζει το γυμνό της περίγραμμα.

παντα κατι λειπει ...

πάντα ένα κάτι,
αβυσσαλέο, απροσδιόριστο, ομιχλώδες, ευγενές, κακό, ...
θα μένει αφώτιστο,
προκαλώντας μας, να το ανιχνεύσουμε,
και αν το ψηλαφήσουμε,
τότε κάποιο άλλο κάτι,
θα πάρει τη σκοτεινή του θέση,
πάντα
πίσω από τα λόγια, υπάρχουν λέξεις που δεν ειπώθηκαν,
πίσω από τον έρωτα υπάρχει ένας έρωτας ανολοκλήρωτος,
η μορφή σου
ιχνηλατειται στα όρια ολων των μορφων.

κύκλοι

Επάλληλοι κύκλοι
την πορεία της νύκτας τέμνουν,
και το φως σκεδάζοντας σε μαύρους τοίχους ανατέμνουν.

Η πηγή στέρεψε
απο τα δάκρυα, μόνο σημάδι το αλάτι.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2008

Ωχρή κηλίδα

Ωχρή κηλίδα,
ο χρόνος λιγοστεύει,
σε σημαδεύει.

φτωχή βασίλισσα

αργά,
ο χρόνος
συστρέφει
την σωματική μάζα,
απογυμνώνοντας βίαια την ύπαρξη
αποκαλύπτει χωρίς αιδώ ότι αγαπήσαμε,
την οστέινη μάζα της ιστορίας, το άγιο σώμα,
αναζητώντας την πρώτη αιτία,
σαν να ήταν
ήχος ερημικός στο συνταίριασμα του φωτός που έδυε με την θάλασσα,
χάδι που περιέτρεχε την ψυχή,
τρεχούμενα νερά λουσμένα στις αγριομέντες,
σάλπισμα ήχου εαρινού,
ζευγάρωμα, ερωτικό, εωθινό,
στάλα έμφορτος καταιγίδων,
που όμως πάντα ξεφεύγει.
αναμνήσεις φωτός, πίσω από τα μάτια σου που έκλεισαν,
φτωχή μου βασίλισσα,
σε χρόνο χωρίς ήχο πιά,
σκαλίζω
τις στάχτες της καρδιάς μου.

λάθρα βιώσας

Έι,
εσύ εκεί,
στη παγωνιά που στέκεις,
μνημείο ξεχασμένο,
που έφυγες λαθραία στο σκοτάδι σου,
σε ανώνυμο βαγόνι,
τραίνο τρελλό,
ξέχασες να μου δώσεις
το τελευταίο του Ιούδα φιλί,
ή
μήπως τόχεις γι΄ αργότερα φυλαγμένο ;

Μια στιγμή μονάχα.

Ένα πανί,
μια βάρκα,
γεμίζει αέρα το πανί,
η βάρκα τρέχει, το νερό σχίζει στα δυό,
χάνεται από τα μάτια μου.

Το φεγγάρι ασημένιο ανατέλει,
η θάλασσα παράλυτο το φέρνει στα πόδια σου,
σε κάποια ακτή,
ίσως,
κάποιο πρόσωπο να θυμάσαι,
ίσως,
αγαπημένο.

Το ίδιο φεγγάρι βλέπει,
με μια επιμονή,
σα;ν σφαίρα μαγική,
να του δείξει αυτό που ποθεί,
ένα πρόσωπο αγαπημένο,
ένα πρόσωπο χρυσαφένιο.

Σαν το νερό που στο αυλάκι κυλά,
περνούν οι μέρες,
τραγούδι αηδονιού,
χρυσοπράσινο,
που την αγάπη του βρήκε.

Απόψε τα άσπρα κεριά του φτωχού κοιμητηρίου,
τρεμίζουν,
κρυφολαμπίζουν,
με το φεγγάρι θυμιατό.

Μέσα στης καρδιάς μου τον καθρέφτη,
εσένα θυμάμαι
και πως ποθώ
με μια ματιά να σ΄ αγκαλιάσω,
για μια στιγμή.

Μια στιγμή μονάχα.

πέτρινη μνήμη

Πέτρινη μνήμη,
ασάλευτη και αναλοίωτη,
στη βροχή εκτεθειμένη.

Χαράζουμε τις μνήμες μας,
με όλες τις λεπτομέρειες,
σαν τα αρχαία δένδρα,
σαν τα μεγαλωμένα σπίτια,
στον ήχο του λάλοντος ύδατος,
ζούμε σε χρόνο δανεικό.

Είναι το άνθος,
των χιονόσκεπων βουνών
που ευωδιάζει
στους ξύλινους χτύπους της ώρας,
την ευωχία των ανασαιμιών κλέβοντας.

Η φύση μου σταθερή και αναλοίωτη,
σαν πλάτανος,
σαν ήλιος,
είμαι η τάξη που την ζωή δημιουργεί.

Χαμογελούν οι άγγελοι του μέλλοντος,
όπως το χέρι τους κρατώ,
ανθίζουν τα χέρια τους &

παιδικό όνειρο

Στην άκρη των φύλλων ενός δένδρου,
κρεμώ μια μικρή θάλασσα,
να παίζεις.

Τοποθετώ γυάλινα φύλλα
για να ηχούν και να χορεύεις,
όπως τα μικρά νερά θα κυμματίζουν
από την ανάσσα των πουλιών.

Αφήνω, ένα κομμάτι
από την αγάπη μου
να φωτίζει το δέντρο μέσα στη νύχτα
και το αφήνω δίπλα από το παράθυρο σου,
για να βρίσκεις
το δρόμο σου
και τη βροχή σου.

Ησυχία των δέντρων,
των παγωμένων και των αθάνατων νερών,
κυλά μέσα από τα χέρια μου,
πλημμυρίζει το μικρό βάζο,
κυλά στο ξύλινο πάτωμα.

γύφτος ήλιος

Ένας γύφτος ήλιος, βρώμικος και ξεπλυμένος
πρόβαλε μέσα στο δωμάτιο,
σε ένα ρόζ χρώμα και μας έκαψε.
Άπλωσε τα πόδια του μέσα στο κεφάλι μας
και αρχίζοντας τα μπρούτζινα δάκτυλά του να χορεύουν,
το μούστο του έρωτά μας μαζεύει.

Το πανί στη βάρκα τεντώθηκε
πάνω στο μουσαμά που ζωγράφιζες
και με απέσπασε από την αγκαλιά σου,
μια απαλή δροσιά στο χρώμα του κίτρινου
την αγωνία μας πήρε.
Το κίτρινο κολύμπησε, καπνός τσιγάρου
στη θάλασσά σου,
το όνομα της για να σώσει.

Ο δρόμος που απλώνεται μέσα στα χέρια σου,
γεμάτος γιασεμιά και τριανταφυλώνες
που κολυμπούν γυμνοί στο χειμωνιάτικο ετούτο φως
με συνεπαίρνουν.
Τα χέρια σου να απλώσεις δεν μπορείς
Χωρίς να αγγίγεις τα αγκάθια του έρωτα
Για τον κούρο που η αττική γη ανάστησε.
Χάνεται ο δρόμος στα ζεστά σου πόδια,
καίει το αλάτι τα χείλη
όταν προσπαθώ να σε φιλήσω.

Μικρό μου πολύτιμο γιασεμί
που στο φώς της νύχτας χάθηκες,
που σε καμμιά γωνιά μικρή μου πεταλούδα,
της νύχτας δεν θα σε ξαναβρώ,
το τσιγάρο μου να ανάψεις.

δρόμος

Ό δρόμος
που πάει για το φεγγάρι,
είναι μακρύς,
όσο εκείνος που σε οδηγεί κατευθείαν
στη ρίζα του δέντρου.

Κυλούν οι εποχές,
- ποιος τις όρισε ; -
αφήνω την καρδιά μου να σκορπίσει
στην άκρη των φύλλων,
δώσε μου σινιάλα και μοναξιά να σε κυττώ
όπως κοιμάσαι
τα βροχερά πρωϊνά.

Ένα όνειρο,
το όνομά της που δεν ξέρω,
έχει σβήσει πίσω από τα βλέφαρα και στην καλοκαιρινή άμμο,
έμοιζε ποδήλατο που έτρεχε μόνο του,
το οδηγούσα και όλο μίκραινα.

Κύλησε το φεγγάρι και
με κρότο σωριάστηκε στα πόδια σου.

μια παλιά φωτογραφία

Το μάρμαρο,
που θα ζωγραφίσεις,
σμιλεύοντας το κορμί μου,
πρέπει στη μέσα τσέπη του να έχει
μια παλιά φωτογραφία του μέλλοντος.

Εκεί,
δίπλα στο παλιό λιμάνι,
με κάρβουνο χαραγμένες στους τοίχους
και στις πεζούλες
οι γυναίκες,
οι μάνες,
να στέκουν,
απλά βουβές,
τους ναυτικούς,
και αυτούς που για πάντα θα λείπουν.

Χιλιόμετρα φώς κρυμμένα στα μα΄τια σου,
δείχνουν το δρόμο
μέσα από τα σοκάκια που χάθηκα.

Ανθισμένες μέρες,
στο βάζο κάποιου δωματίου,
όπου την είσοδο δεν βρήκαμε ακόμα.

συνέχεια

Συνέχεια &


Τά πόδια μου, καμωμένα από φλούδες
μανταρίνι,
βουλιάζουν στη γή.

Ρίζα μου η πέτρα.

Σκύβω από τον άνεμο,
να ανάψω ένα τσιγάρο,
αντί για φλόγα σπίρτου λαμπερή,
ξεπηδούν τραγουδώντας
σπίθες πορτοκαλένιες χαρούμενες.

Ένας ιερέας, χαμένος στην άκρη του κανού μου,
Προσεύχεται.

Βαρέθηκα τη σκιά μου να φορά
Ψάθινο καπέλλο και μαγιώ.
Την σκοτώνω ανάβοντας το φώς.
Τέλος.

οι στρατιώτες

Οι στρατιώτες, νωρίς απόψε μπαίνουν
στο στρατόπεδο,
μην έχοντας ίσως τίποτε άλλο να κάνουν.

Ίσως κάποια μυστική άσκηση πάλι να τους αναγκάζει,
ίσως και για το φόβο της τιμωρίας
τώρα που ο δανεικός και ξένος χρόνος χρόνος τελειώνει.
Ίσως πάλι γιατί χρήματα
και τσιγάρα δεν έχουν.

Στο στρατόπαιδο το τσιγάρο είναι πολύτιμο
σαν μια έρημη συντροφιά, σαν ένα μοναχικό όπλο.

Οι πουτάνες κι΄ απόψε,
στα κρεβάτια τους νωρίς ξαπλώσανε,
καπνίζοντας τις αράχνες κυττούν
στο σκονισμένο ταβάνι,
περιμένοντας τους άγουρους άντρες,
δεν ξέρανε πως απόψε,
μάταια περίμεναν.

Εδώ στο καφενείο ενός ξεχασμένου σταθμού,
δίχως συρίγματα των τραίνων,
στοιχειωμένων αναμνήσεων αποχωρισμών και ταξειδιών, εκάθισες,
το πανέρι με τα νεκρά τριαντάφυλλα
στο πάτωμα μαλακά απίθωσες,
που πριν λίγο από τα μνήματα τρυγούσες.
Το άφησες στον αέρα και την βροχή να κρυώνει,
ενώ με ούζο ζεσταινόσουνα.

Επιστρέφοντας

Επιστρέφοντας,
μαζεύεις κομμάτια μνήμης,
μικρές ματιές σαν τους ήχους της μέλισσας.
Στις μεγάλες φλέβες της πόλης,
σε υποδέχεται η σαρκοβόρα ημέρα
και γεμάτος καπνούς και πτώματα
νιώθεις πως όλα μεσα σου τα κουβαλάς.

βαρκουλα

Μια πνοή ξύλου,
ένα ταξείδι ,
στο γαλάζιο χρόνο του "πάντα εκεί θα με βρίσκεις",
εμπρός λοιπόν,
πέταξε μακριά.

ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΣΟΥ

το σχημα της φωνής σου
μπερδεμένο στα τελευταία σου λόγια,
όπως σε έχανα,
-καθημερινά,
- σταθερά,
- αργά,
και
τα μαλλια σου μπλεγμενα
στα όνειρα των αναμνήσεων,
..
ζωγραφίζω
τον χαμό σου.
-
μου λειπει ο πονος σου,
να σε ξεχασω δεν μπορώ.

ΖΗΤΕΙΤΑΙ ( ... )

Κύριος,
αναζητεί την αξιοπρέπεια της καθημερινότητος,
των ελαχίστων τετραγώνων της ευτυχίας,
της πεπτωκούσης ελπίδος.
Προσφέρεται αμοιβή Ανθέων,
Αειθαλών,
και εωθινών.

Θητεία

Ποίημα λυρικόν
Εξαιρετικώς αφιερωμένος
εις τον κον. Κουταλιανόν.

Κύριε Διοικητά του ονείρου,
που ασκαρδαμυκτί και αίφνης,
κατέπλευσε κυριεύων τον φυλλοροούντα νούν,
που οι χρυσές πεταλούδες,
κρεμασμένες στος στήθος σας,
αποδεικνύουν τις δυσκολότατες και υπέρτατες μάχες που είχατε,
υπερασπίζων
τα ιερά της δυστυχούς φυλής σας,
Κύριε Διοικητά,
του ονείρου που έγειρε ερωτευμένο στους κλώνους
του σαρκοβόρου αιλουροειδούς,
επειδή,
ούτως ειπείν,
ηράσθη το τριχωτόν του εφηβαίου της,
τολμώ
να Σας ζητήσω
τριήμερον άδειαν τιμητικήν,
δίχως
την παρουσία των γενναίων συντρόφων μου.
Και τούτο διότι,
εκουράσθην
προσμένων
την Ιεράν Νίκην.

Ανταμώνουν οι Έλληνες, γενιές γενιές στους ίσκιους των μνημάτων και θυμούνται το μεγάλο πανηγύρι στο μεθύσι του μεγάλου θέρους. Σ΄ αυτή τη χώρα όλα είναι μεγάλα, ογκώδη και δυσθεώρατα, λέξεις, πέτρες, ανθρώποι, πάθη. Βαπτισμένα στο κύματα της αλμυρής θαλάσσης και του ήλιου, ράβουν κατάσαρκα την ευωδία του σχίνου, της θυμαριάς, της θαλάσσης και εφορμούν. Κραυγάζοντες και αλλαλάζοντες αναζητούν τον ελλέβορο που χρυσαφίζει στο φιλί της μεγάλης Χίμαιρας.
Κύριε Διοικητά,
τα σύνορα της νύχτας,
υπέρπυρα,
χαράσσουν τον καρπό της ελαίας,
και μας περικλείουν.
Το μέταλλο της αγάπης,
προστατεύει τους οφθαλμούς των
αγγελικών της δακρύων.

Αρμενίζω,
αρμενίζω ανοίγων
το ιστίον της μικρής βάρκας,
που εντυπωμένη ευρίσκεται εις τους οφθαλμούς μου,
για το μέλλον
αρμενίζω.

Έτσι ακριβώς,
όπως σε κάποια επίσκεψη,
μας κερνούν μελαγχολικό καφέ,
μπροστά από ένα παραθυρόφυλλο που τρίζει και γέρνει
ετοιμόροπο να πέσει
στην πτώση συμπαρασύροντας,
τον καφέ,
την κοιμισμένη γάτα,
την ηλικιωμένη οικοδέσποινα,
το γιασεμί και την ημέρα,
και τους χονδρούς τοίχους,
στο βάραθρο,
στην πτώση
του προπατορικού αμαρτήματος.

Και τούτο διότι,
το παράστημα των ανδρών,
πρέπει να ομειάζει
με εκείνο των αγέρωχων πολεμιστών,
που βαδίζοντας
είτε ενδεδυμένοι της μεγάλης στολής
καλπάζοντας προς τα αποτυπώματα της λαμπρής νυκτός,
είτε
τα λεπτά τους ρούχα βαδίζοντες υπό τας φιλύρας.

Τά έντομα και οι μέλισσες αυτής της ακρογιαλιάς, όπου οι μικροί άνεμοι πασπαλίζουν τα αξύριστα μάγουλα σκλήθρες θαλάσσης γεμάτες αλάτι, τα μικρά αμπέλια που ο ήλιος τις ρόγες τους ακόμα δεν ωρίμασε, οι νέες κοπέλες που με τις φούστες να ανεμίζουν, πανιά απλωμένα στην ευωχία των σωμάτων, όλα τούτα συμπυκνούνται σε μια σταγόνα μέλι στα χείλη σου και σε ερωτεύομαι ποιητή. Όλος ο χώρος και ο χρόνος ο μέγας σε μια μικρή κίνηση που ταλαντώνεται όπως το εκκρεμές της κούνιας του παιδιού.

Κύριε Διοικητά,
προσομοιάζει ο χρόνος
ως βέλος,
εκτοξευόμενον και καιόμενον
αενάως
και εσαεί υπεριπτάμενον
καθόσον
το ελείπον παιγνιόχαρτο
είναι
τελικώς
ο στόχος.

Νυχτερινή σκοπιά

Φυσαλίδες μνήμης επνέρχονται
όπως στο χρόνο σου βουλιάζω.
Μετρώ τον χρόνο με τον βηματισμό,
βηματισμός και χρόνος,
με φυλακίζει η ανάμνηση σου.
Έντονη η σκέψις σου.
Κυττάζω τον κυματισμό,
των ρούχων και των φύλλων,
της νήσου ολοκλήρου,
ξεχνιέμαι,
έντονη η γεύση των χειλιών σου.
Σαν μικρό παιδί βαδίζω στα ωχρά φύλλα,
αυτός ο σπασμένος ήχος,
είναι ο ήχος του χρόνου μου.
Κλείνω την ζωή μου,
στις σκιές των γκρίζων αγαλμάτων,
στις ζωές κάποιων άλλων.
Σιωπηλή βροχή,
άνθρωποι που γεννιούνατι στο σούρουπο,
βουβή μελωδία αναδύεται γυμνή
στα κίτρινα φύλλα.
Διψώ για μια στάλα νερού
που κυλά στο σκονισμένο τζάμι,
για το κορμί σου που κρύβω κάτω από το δέρμα μου fata morgana.
Λέω πως είναι μακριά ακόμα η μέρα
που θα ανακαλύψω ξανά την γεωγραφία του σώματός σου,
την ανατομία του έρωτα στο κορμί σου.
Οι κουρασμένοι στρατιώτες ξάπλωσαν στη γή, σωριαστήκαμε άδειοι, βουβοί,
είμαι και γω σαν εσάς, ένας από εσας.
Και ψιθύρισα «ευτυχία», με παγωμένα χείλη θανάτου,
λευκού σαν το φώς που καίει.
Γυρνώ να συναντήσω την υγρή παρουσία σου,
και τα απλωμένα χέρια σου,
γυρνώ πετώντας μέσα από το χρόνο που κύλησε στα μάτια σου.
Εδώ στην ατέλειωτη ώρα,
που προσπαθείς να συλλάβεις την σιωπή,
το φεγγάρι κρύβεται πίσω από τις φυλλωσιές της λεμονιάς,
τα πέτρινα πρόσωπα της νύχτας, κρύβουν το δικό σου πρόσωπο.
Προσπαθώ να γοητεύσω
τις κορφές αυτών των πλατάνων,
να σκύψουν για λίγο
να τις φιλήσω.

μια κινέζικη βεντάλια

Δυό φύλλα καπνού,
που ανοίγουν στο σχήμα μιας κινέζικης βεντάλιας,
βυθίζοντας το δωμάτιο σε ένα χρυσοκίττρινο σκοτάδι.

Παλιές ψάθινες πολυθρόνες που αγαπήθηκαν,
όπως τα βράδια συντρόφευαν, βουβές και σιωπηλές
με την γλυκύτητα των γηρατειών.

Χάνωμαι μέσα στον ήχο που ανθίζει στο σκοτεινό δωμάτιο,
τρώγοντας την σιωπή.
Ήχος οξύς,
μετράει τον ήλιο γυμνός,
σαν ένας γλάρος που γέρνει πάνω από το κύμα στο ακροθαλάσσι.

Τρομάζω τις φλέβες του χρόνου κυττώντας την ώρα
που εσύ σερβίρεις καφέ.
Τα φύλλα του κήπου κιτρινίζουν συνέχεια, όπως και τα μάτια σου,
έτσι εκτεθειμένα που τα έχεις στον ήλιο.
Κρύψε λίγο χρώμα κάτω από τα μάτια σου,
σε λίγο θα χαθούμε.

Να σου προσφέρω κρατώ
λίγες λέξεις ωχρές, από τον σπαραγμό της βροχής,

Γέρασαν τα μάτια του
και πέρασε η πρώτη τους λάμψη
ανάμεσα στα δυό φεγγάρια ενός αυγούστου,
την άκρη του μύθου να βρείς δεν μπορείς πιά.

Ο πόνος άφησε τα σημάδια του
πάνω στο τραπέζι και την παλιά καρέκλα,
ρογωμένα με το υνί του χρόνου σιωπούν.
Μένουν μόνο τα αγκάθια να τρυπούν τους αγκώνες
όταν κάποιος να ξεκουραστεί θέλει σ΄αυτό το παλιοτράπεζο.

Μην μιλάς στον άνθρωπο αυτόν
για καλοκαίρια και άνοιξες...
η μικρή ροδιά θα αγριέψει.

Το βουητό της ομίχλης...
Η κίνηση στους δρόμους...
Η σκόνη...

Κάπως έτσι φαντάζομαι τις ώρες
να περνούν
στους δείχτες κάποιου
παλιού και χαλασμένου ρολογιού.

(ανώνυμος)

το ονομά σου κάπα,
όπως κάπα στις σπείρες του χρόνου,
όπως εσύ φαντάζεις,
ακουμπώ
στον ήχο σου,
αναμοχλεύοντας
τη βρόχινη φιγούρα
και
την λεπτή σκιασμένη γραμμή του φεγγαρόφωτος
που από τη χαραμάδα του χρόνου
στο μυαλό εισχωρεί,
στα μάτια σου.
---
κάπα και σε θυμάμαι να λυγίζεις
στο άγγιγμα της πυρωμένης
του άνδρα ανάσσας,
όπως και ή άκαυστη νύχτα
σκέπαζε τα γυμνά της μέλη,
κάπα και να σε κρύβω
από τα μάτια μου
που πόθησαν απελπισμένα,
στο άρωμα του σώματος σου
να ανατείλουν.
Κάπα και σαν την τελευταία
Του βουτηχτή ανάσσα
Στο χώρο που τα πόδια σου ορίζουν
Να ταξειδεύω.
---
Κοράλια πλεγμένα
Τα μαλλιά σου
Σε ήχους αλλοτινούς
Και
Ένας ερωτευμένος άνεμος
Να σε υμνεί
Κυλώντας
Για τα κόκκινα σου χείλη,
Άνεμος κλέφτης,
Και τα αποτυπώματα
Των γυμνών σου πελμάτων
Στο ξύλινο πάτωμα
Κυλώνουν
Το χώρο της ζωής.
---
Που την ύπαρξή σου
Να λατρέψω,
Σε ποια κόγχη του χρόνου
Να ομολογήσω,
Σε ποιο χρόνο
Να προφητεύσω
Την σπορά της αγάπης ;
---
έλα,
πίσω από του χρόνου του καθρέπτες,
έλα
στη ρίζα της ύπαρξης,
έλα
αποφεύγοντας
τη φυλακή των ίσκιων,
έλα
σαν σύννεφο ερωτευμένο,
καβάλα στη ζωγραφιά του κόσμου,
έλα
και άφησε τον χρόνο
να χαθεί
στο προσωπό σου.

πορεία νυχτερινή

Επικοινώνησε μαζί μου,
για κάθε ενδεχόμενο
που μπορεί να αντιμετωπίσεις,
κατά την διάρκεια της νυχτερινής πορείας
ανάμεσα στους γυάλινους πύργους της ντροπής
και των σκουπιδιών της πόλης,
με ένα τσιγάρο κρεμασμένο από την άκρη
των σκέψεων
και φωταγωγημένο από τα κίτρινα φώτα
της νυχτερινής πόλης.

Τα κίτρινα μάτια, ιαγουάρος που το θύμα αναζητά,
πίσω από της ζούγκλας τους καρπούς,
τα κίτρινα και θολά του κλεινός άστεως.

Μια σκιά , που το δρόμο έχασε για τον κήπο της Γεσθημανή
και το πεφταστέρι που βούτηξε στον
κόσμο της επιθυμίας.

Επικοινώνησε μαζί μου,
αν χαθείς μέσα στην βρώμικη ομίχλη του πάντα και πουθενά
σε τούτη εδώ την πόλη
και άφησε το τηλέφωνο να χτυπά
με μια στριγγλή φωνή,
ασθενοφόρο που τρέχει,
να προλάβει
μια ζωή που ήδη χάθηκε,
να μαζέψει
ένα πρόσωπο από το ποτέ και το παντού.

Επικοινώνησε μαζί μου,
καθισμένος στην άκρη της αρχαίας τρέλας,
άκρο ακρωτηριασμένο ξύλινου πρεβαζιού,
και ο κόσμος δέκα μέτρα κάτω σου,
χιλιόμετρα σιωπής,
να σε καλεί ερωτικά,
να σε τραβά από το μανίκι,
σαν πρόστυχη και αισχρή γυναίκα
που τα μέλη της τεντώνει ηδονικά
και η ζέστη του κορμιού της
σε τυλίγει προκαταβολικά.

Τρεις άνεμοι και μια πορεία
για το βουνό,
πένθιμη,
ηρωική
Τρεις άνεμοι και μια πορεία
τα βήματα σου να χαράζουν
σχήματα εραλδικά στον πάγο της ψυχής,
και
η νύστα, αβάσταχτη,
ανάμνηση άλλων καιρών,
η λέσχη των φίλων και το κόμμα,
ο κόκκινος γάτος και οι εραστές καπνού πίπας,
η συμμορία της πράσινης πατάτας,
τα πρώτα κλεφτά φιλιά,
και άλλοι τόσοι &..
περιμένουν
στοιχειά του μυαλού
και όμως φύγε μακριά,
πέταξε να ξεφύγεις
από τα σκάγια του κυνηγού
πέρδικα της πόλης μου και της καρδιάς,
φύγε φτερουγίζοντας μακριά, &..

Ο ήλιος λειώνει σαν ασπιρίνη
μέσα στον καφέ
εικόνα από το μέλλον,
δίχως μυρωδιές,
δίχως αέρα και ανέμους,
μουτζούρα ενός αγέννητου παιδιού,
που χωρίς χέρια,
χωρίς πόδια,
χωρίς κορμί,
χωρίς μέλλον και παρελθόν
προσπαθεί να ξεφύγει.

Δοκιμές σε λευκό χαρτί
σκέψεων βαμμένων στο χρώμα των μαλλιών,
είναι οι μέρες πονηρές,
κυοφορούν το σάπιο καρπό αιώνων
που πέρασαν,
δοκιμές σε ένα υπόγειο μυαλό πλημμυρισμένο
από κενό.

Σβήνουν όλα και χάνονται
αυτό το καλοκαίρι,
χαλασμένο παγωτό που γύρω του
μέλισσες βρικόλακες
αναζητούν μια χαμένη γλυκύτητα,
μια αθωότητα
που λέκιασε
ένα χρόνο
που έσπασε.

Ω ! γλυκύτατο μου έαρ,
Έρωτα ανίκατε μαχάν,
νιότη απέραντος,
ήχοι πελαγίσιοι,
σκιές ελάτης,
πέτρινοι τοίχοι,
σε κορφή τα σήμαντρα τα μυστικά να ηχήσουν
χτυπώντας την μωρότητα,
η καρδιά μου να αντιλαλήσει
μέχρι
ηχείο βουερό να σπάσει,
ραδιόφωνο δίχως παράσιτα,
αρμονία
μια άλλης και ξεχασμένης ζωής.

Τα μαλλιά σου άσπρισαν,
έφυγαν,
γέρνεις κάθε μέρα,
σαν το τείχος του Αλή,
πίσω
από τη μαυρισμένη μάντρα,
μέσα στις ξερολιθιές
συμπυκνώθηκε
το γάλα που μας ξεγέννησε,
πιο εύκολο για μας το όχι,
ίσως για αυτό το λόγο
ακόμα τριγυρνάμε μεθυσμένοι.

Αθάνατο
των πατέρων μας κρασί,
η βρώσις των θεών,
η τελευταία του ήλιου αυτή ελπίδα,
να μην χαθεί,
και όμως
εκεί θα είμαι παντού και πάντα,
όποια στολή και αν φορώ
και θα σε περιμένω.

Επικοινώνησε μαζί μου,
για κάθε ενδεχόμενο
που μπορεί να αντιμετωπίσεις,
κατά την διάρκεια της νυχτερινής πορείας,
πικρέ μου φίλε.

έπεα πτερόεντα

Σε ξένα κορμιά
αναζητώ τα ίχνη σου,
ο πόθος
αρμύρα στα μάτια,
γλάροι που στέκουν
με το κουτσό τους πόδι
ατενίζοντας την ωχρή σκουριά,
κλείνουν την μέρα μου.

Ανάβαση κυκλοτερής
Στην ηδονή των σωμάτων.

Άλωσις

Ό ήλιος
σε αλώνει,
το φώς,
ύστερα
το αλάτι,
γεμίσει τις ρωγμές του χρόνου,
στο σώμα.
&
Χάνεσαι.

λησμονημένοι δρόμοι

Η μαγεία των λησμονημένων δρόμων,
μια βαθειά, γάργαρη ανάσσα τοπίου
στο κήπο με την ψάθινη καρέκλα,
των τοίχων που έγερναν μενεξεδένιοι κατά το δείλι,
τα ακίνητα και περιπαικτικά βλέμματα των παγωμένων αέρηδων,
οι άνθρωποι,
αυτές οι γκρίζες μορφές,
χαραγμένες με κάρβουνο,
στη χαίνουσα μνήμη,
αυτών που έφυγαν
κι΄αυτών που θα έρθουν,
ο θάνατος,
μια έρημη σκούπα που στη πόλη
νωχελικά σκουπίζει
τα νερά της τελευταίας βροχής,
γίνου,
λυπητερή σκιά εσύ,
πηγή
που με ένα σκοπό
με αποκοιμίζεις.

Έλα να βγούμε βόλτα,
ντύσου απλά,
ζεστά,
στο χρώμα του λυπημένου γέλιου,
στο ρυθμό του χαρούμενου κλάμματος,
ποτέ δεν περπατήσαμε
στο χώμα της περασμένης βροχής,
στη σιωπή του χιονιού,
στο φώς της ιριδίζουσας θάλασσας,
άν και πολύ το ήθελα.

Ένα άλλο σώμα
σε φυλάκισε,
σε άλλα χέρια έμεινες,
κάτω από τις πευκοβελόνες
του ήλιου και του καλοκαιριού.

Τώρα αποσύρομαι
στο κίτρινο χρώμα της σιωπής.

το θΕώΡημΑ

To θεώρημα,
όνειρο,
ζωή
σπαρμένη στη βροχή.

Ίσκιος
θανάτου,
δρόσισε
τη ζωή μου.

Λευκός ο Θάνατος.
Παγωμένη η μνήμη.

Πως το βάρος της Άνοιξης,
να σηκώσεις ;

μικροί κυμματισμοί

Πέλαγος εσύ,
στεφανωμένη μου ανάσα αρμυρή,
Εσύ που στάθηκες
στο δρόμο του χρόνου,
για να προυπαντήσεις τον Μέγα Ήλιο
και να κεντήσεις
τις άκρες του σεληνόφωτος
με τά άνθη που γέννησε
το φιλί της κόρης
την αυγή στην υδάτινη μορφή του.
Πέλαγος άνοιξη,
εσύ που μεγάλωσες
τα παιδιά του πόθου
στις κρυμμένες σπηλιές βαθειά μέσα στο στήθος σου,
που σε ονόμασαν γαλάζιο,
δέξου αυτό το σώμα,
θυμίαμα στο χρόνο.

νύχτα άηχη

Η νύχτα ξεράθηκε,
δέντρο απότιστο σε μπαλκόνι μυστικό,
μήλο που κρέμεται στ στήθη σου,
ευωδία μυστική που τρέφεται από τους χτύπους της καρδιάς σου,
ανθισμένη κερασιά,
στο ρυθμό της βροχής ένα κίτρινο ολόγιομο φεγγάρι,
στολίζει τα μάτια σου.
Μια ώρα βουβή,
στέκει στα δάκτυλα σου,
πλέκει την αγωνία σου, σε βασανίζει.
Άνοιξε το παράθυρο να μπεί το άρωμα της νύχτας
για να μας ταξιδέψει,
να βάψει ασημί το καπνισμένο δωμάτιο,
να ποτίσει τα ρούχα σου
και τα σκεπάσματα
υγρασία κεντημένη στο γιασεμί
που ολόφωτο αρμενίζει.
Δρασκέλισε το παράθυρο,
ταξίδεψε άηχος
σε μια ομίχλη πρωτεϊκού φωτός.
Είναι νύχτα και αντικρυστά καθόμαστε,
σιωπηλοί,
φοβόμαστε.

αθωότητα

Η εποχή της αθωότητας,
δεν υπήρξε ποτέ,
ήταν μάλλον,
η εποχή των ασπρόμαυρων αναμνήσεων
και
ο φόβος
ενός μικρού παιδιού.

Άνδρα μοι ένεπε, μούσα πολύτροπον...

Οδυσσέας από την Ιθάκη,
Οδυσσέας Ανδρούτσος,
κοινή η προβολή
στο ευκλείδιο επίπεδο του μέλλοντος.

Και ο οίνος,
γλυκύς,
να βαραίνει την μνήμη.

Τα χρώματα αυτών των λουλουδιών,
χάνονται,
εξατμίζονται.
Γεννήθηκες στα 1790 στη γή του πατέρα Σου,
η θεία Παλλάδα εξέλιπεν
στα 1825, όταν
Σε γκρέμισαν από τον Ιερό Της Βράχο.

ιστορίας μνημόνιο

( Ι )

Έκλεισα την πόρτα στο φεγγάρι
Και το σκοτάδι ξεχύθηκε από παντού.

Άπλωσε τα μαλλιά της η νύχτα στο δωμάτιο,
Τυλίγοντας το έρημο και κοιμισμένο κορμί.

Η πέτρα ακουμπισμένη δίπλα στο παράθυρο,
- ξεχασμένη υπόσχεση του καλοκαιριού -
Και τα όνειρα σκορπισμένα άτακτα
στο σκονισμένο δωμάτιο.

Είναι η φυγή σκληρή.

( ΙΙ )

Αυτό το σπασμένο χέρι,
Έτσι που ξεπροβάλλει από το χώμα,
Έναν άλλο δρόμο μας δείχνει.

Λευκό, με μιαν ατίθαση λευκότητα,
Μέσα από το χώμα και τον χρόνο,
Στοχεύει την θάλασσα.

Την πολύβουη θάλασσα των κυμάτων
Και των αντανακλάσεων του ήλιου,
Που σπάει σε χιλιάδες κόκκους
Για να σχηματίσουν
Το Άγνωστο της Αγάπης πρόσωπο.

Μοίρα των μικρών ωρών,
Που στο όνομά σου,
Τα καλοκαιρινά μεσημέρια,
Καίνε τους τζίτζικες
Και τα δέντρα
Και τα μυαλά των συντρόφων μου
Και εμένα του ίδιου,
Σπλαχνίσου μας,
Σπλαχνίσου μας Μεγάλη Κυρά
Και
Φανέρωσε το Άγριο Πρόσωπο Σου
Και
Την στιγμή του γυρισμού.

( ΙΙΙ )

Η αλαζονία
Του έρωτα,
Του κορμιού εκείνου που στο λευκό τοπίο,
Το τυφλωμένο από τον παντοκράτορα ήλιο,
Το αφρίζον στο θρόϊσμα των ανέμων του καρπού της χαλκοπράσινης ελιάς,
Το κορμί εκείνο σύνορο
Που να διαβούμε δεν είναι δυνατό
Και το πλοίο μας να απλώσει τα πανιά του
Λαμπρά και φουσκωμένα στο μένος του Αίολου
Δεν μπορεί.
Μια δαγκωματιά στον ώμο,
Σαν να γευτήκαμε τον γλυκό καρπό της των Λωτοφάγων χώρας,
Και λύθηκαν τα γονατά μας
Κι ανήμποροι τα κύμματα βλέπουμε καλπ΄παζοντας να φεύγουν.

Είναι η γυναίκα και το γλυκό της φιλί
Γλυκό δηλητήριο,
Ανήμποροι, μόνο στα άνειρα σαλπάρουμε,
Κι΄ αν η θεία Παλλάδα δεν φροντίσει
Εμείς οι έρμοι
Για πάντα θα χαθούμε σε ξένη αγκαλιά,
Σε αυτό το μακρινό ακροθαλάσσι.

( IV )

Την ιερή πόλη πατήσαμε,
Τόσες μορφές πέρασαν το σκοτεινό ποτάμι του Αχέροντα,
Γίναμε πλέον σοφοί.
Πληρώσαμε με τις ζωές μας και τις ζωές των παιδιών μας,
Τον θάνατο που σπείραμε απλόχερα,
Όταν η μανία βούιζε στο κεφάλι μας,
Σάμπως μέλισσα να κυνηγούσε αγελάδα,
Γίναμε πλέον σοφοί.
Ο χρόνος που κύλησε,
Χάθηκε, έφυγε,
Ασπρίσαμε, χάσαμε αντοχή και δύναμη,
Μόνον οι θύμησες ,
σαν γυναίκα να μας περιμένει στο κρεβάτι,
μας ζωντανεύουν,
Γίναμε πλέον σοφοί.

Το θαλασσινό πουλί, μικραίνει τους κύκλους του,
Οι μέρες μας λιγοστεύουν,
Πάλι τη λύσσα και την μάνητα θα διαλέγαμε,
Ή αλλιώς
Δεν γίναμε πιό σοφοί,
Μείναμε άνθρωποι.

γυάλινη μουσική

Όπως φέγγουν
τριζοβολώντας στη φωτιά της νύχτας οι μικρές αυλές,
Όπως τα βήματα σου
αντηχούν γυμνά στο ξύλινο πάτωμα,
αγγίζω,
τη στάχτη του χρόνου,
που μ΄ έθρεψε,
για να σε περιμένω.

Να περιμένω μια αυγή,
Να γεννηθείς ξανά,
στο κόκκινο και τις ανταύγειες του,
από το μίσχο ενός γαρύφαλλου,
από τη αλμύρα της θάλασσας,
στις ουλές των δέντρων,
στα σημαδεμένα χέρια.

Πάνω στο πέταγμα του αυτοκρατορικού κύκνου,
μέσα στην θεριεμένη ανάσσα του γρηγοπόδαρου χρόνου.

Να περιμένω να σε δώ
για να αγγίξεις τον κόσμο
με την πύρινη ανάσσα του μέλλοντος χρόνου,
που άφθαρτος δραπετεύει στο παρόν,
να αγγίζεις τις ώρες και να ανθίζουν στα περβάζια
γιασεμιά και βασιλικοί,
για να μπορέσω να φύγω,
για να λησμονηθώ στη σκόνη του χρόνου.

Όταν τα όνειρα δραπετεύουν από το στόμα μας τη νύχτα,
στον ασημένιο δίσκο του ουρανού θυμίαμα για σένα,
μικρό καντήλι μνήμης,
βηματισμοί αρχαίοι.

Έχω,
ένα όνειρο,
στην παγωμένη ησυχία του φεγγαριού, τυλιγμένος με μια ζεστή κάπα σκοτάδι και την πίπα μου καπνίζοντας,
να φρόντιζα μικρό κοπάδι άστρων,
τα άστρα λαμπυρίζοντας,
τη γυάλινη μουσική τους
για σένα θάπαιζαν.

μελιτηνός

Μια λάμπα,
αποξεχάστηκε αναμμένη στο σπίτι,
τονίζοντας την κρύα νύχτα.
Συλλογισμένη,
έγειρε μέχρι την καρέκλα
κι΄ απόμεινε να κοιττάζει
τον στρεβλωμένο χωρόχρονο,
πίσω από το θολωμένο τζάμι της βροχής
τη βάση του χρόνου,
τη βουή του μέλλοντος.
Το φώς χάνεται όπως και οι λέξεις δεν σου ανήκουν,
όπως η γεωμετρία των σωμάτων κελεύει στον έρωτα,
είναι κλειστό ή ανοιχτό το σύστημα ?
Θα ακουστεί ένας ξέμακρος ήχος μιας σειρήνας,
που θα ορίσει το χρόνο
και που θα δώσει τέλος στη βάρδια αυτή,
κουρασμένοι άνθρωποι
με το ντενεκεδένιο τους προσφάϊ
θα χαθούν στην ομίχλη της ζωής.

Ποιός θάνατος κρύβεται στον ήχο της καμπάνας ;

Συλλογική ύπαρξη,
πλεγμένη στο φώς,
η σιωπή περιγράφει τα πάντα.

πράσινο

Τα μάτια σου,
το χρώμα των ματιών σου, το πράσινο,
θέλω να πώ,
είναι
ασορτί με την μπλούζα σου,
την ψιλή μάλινη που φοράς.
Αναρωτιέμαι αν επίτησες την φοράς,
καθώς κυττάζω το χρυσαφίζοντα χρόνο,
που δεμμένο στο χέρι σου έχεις,
που τα σκαλίσματα του μοιάζουν με τοίχο,
που το χέρι σου προστατεύει
από τις αυθαιρεσίες μου.
Ο γέρικος καπνός,
το μυαλό κατακλύζει,
καθώς στη ταβέρνα καθόμαστε
και η παρέα μας,
των τεσσάρων,
μοιάζει
με τις μεγάλες σιωπές
των οικογενειακών συγκεντρώσεων
που απεχθάνεσαι.

Άν ...

Άν η βροχή
ζέσταινε τα χέρια,
θά ήσουν τότε εδώ,
και τα χείλη στα χείλη.

Άν τα παπούτσια
που τρίζουν,
βάδιζαν στο χιόνι,
η σιωπή θα εκρήγνυτο,
σε χιλιάδες πολύχρωμα κομμάτια φωτός.

Άν μπορούσα να φιλήσω τον ώμο σου,
όπως γυμνός
θα φώτιζε την νυχτερινή πορεία,
τον περίπλου του νοός,
ύφαλος
που στέλνει μηνύματα καλώντας με,
αν οι δρόμοι δεν ήταν κλειστοί
και το μαύρο δεν περίσευε τόσο,
τότε,
ε, τότε
θα μπορούσαμε
να ονειρευτούμε.

Νεκροί Κίονες

Νεκροί Κίονες
Αθήνα,28/Μαρτίου/1994

Γενικά,
αναμένοντας την τακτοποίηση του λογαριασμού Σας
και το κλείσιμο της Συμφωνίας,
πριν τα καρώ κυριεύσουν την Βαβυλώνα,
θεωρούμε ύψιστη τιμή να επιλέξουμε ως καταλληλότερο
χρώμα, το ρόζ
δια τις μέλλουσες κηδείες των σπασμένων κιόνων
και δια την θέσιν του Μέγα Θαλαμηπόλου
των Ονείρων
τον Μέγα Μάγιστρον, την Σιωπή.

Η νύχτα ράγισε αποκαλύπτοντας
τα ασκεπή σκέλη της ημέρας.
Πριν κλείσει η συμφωνία μεταπώλησης των Ορέων,
Ω ! Δέσποινα των λογισμών Μου,
εις τα Βαλτώδη έλη των ψυχών θα έμβω δια να
Βαπτισθώ.

Διότι όπως ο Γέλως και ο Έρως καταχωρείται εις
τας ζημίας,
όπως η ημέρα ρέει εις τας χείρας των χοίρων,
όπως να εκλείψει δέον είναι ο Μέγας Είρων,
έτσι πρέπει
να εκλείψει
ο τριζάτος καφές,
τα υποδήματα νο σαράντα τέσσερα,
και
η ευωδία της γυναίκας.

Θεοί της Αγελαίας Ύπαρξης,
όπως η αγάπη της γυναικός του, τον σιδηρουργό
προστατεύει,
καύσατε την ημέρα
των ανθέων.

Κέρινες μάσκες των ψυχών που ακροβατούν,
εκτίθενται καθημερινώς εις την Αγοράν,
τεμάχια ωρών καλώς τεμαχισμένα δια να χορτάσουν
τα πλήθη των νεκρών
και Εσύ πουθενά.

Μόνον ο λάλων ασπασμός στον κήπο της Γεσθημανή.

31/10/1996

Το ωραίον ΑερόστατοΝ

Ατελείωτη η μοναξιά του ανέμου που κυλά εντός του νυχτερινού δάσους. Έτσι όπως προσπαθεί να σχεδιάσει τα δέντρα και τις πέτρες. Οι μικρές μέλισσες κοιμούνται, άνθη άλικα ονειρευόμενες.

Το ωραίον αερόστατον, όπου κατέπεσεν, τρίζοντας σαν κλειστόν παράθυρο, θροϊζοντας ως φύλλον ξερόν, εις την βραχώση έκτασιν των Αθηνών, ήτις αποκαλείται Μεσοχώρα, ετραυμάτισεν ελαφρώς την χλόην. Αμέσως ειδικώς εκπαιδευόμενοι νοσοκόμοι, ανέλαβον την περιποίησιν αυτής, επιδένοντας τα τραυματισμένα της μέλη. Ένεκα της πτώσεως αυτής, ήτο αδύνατον δια τον Μέγα Μάγειρον του Οινομαγειρίου «Η ΩΡΑΙΑ ΚΑΡΠΑΘΟΣ», να εκδράμει εκείνην την λαμπράν ημέραν εις την Μεσοχώραν μετά της οικογενείας του δια να πετάξουν τον χαρταετόν τους. Ο λαμπρός και ευγενικός νέος όστις ήτο και ο μοναδικός επιβάτης του ωραίου αεροστάτου, ετραυματίσθη θανασίμως εις την κνήμην, ήτις εράγισε και διεσκορπίσθη καθ' ήν στιγμήν πέντε άγγελοι τον εμετέφερον προς επισκευήν εις το μηχανουργείον των ρόζ αγγέλων. Η ευγενική του μορφή, ανέμιζε ραγισμένη κατά την μεταφορά του εις την πρωϊνήν, μενεξεδί φωτισμένην ατμόσφαιρα, εν΄σταγόνες φωτός εκυλούσαν από τις παρειές του. Οποία συμφορά δια την νύκταν τοιαύτην λαμπράν ημέραν ! Ο ποιητής στρεφόμενος εις την γάταν του, ήτις ηδονικώς απελάμβανεν το τεϊόν της, είπεν με την εκ βαθέων ολομέταξην φωνήν του : «Θα σε υπανδρευθώ Ελένη. Εις την εκκλησίαν, γυναίκα μου θα γίνεις.» Τοιουτοτρόπως με βραχνήν φωνήν, εκείνο το ουράνιον τόξον απευθύνθη προς έν σύννεφον, το οποίον ανέτελλε περί την ώραν του μεταμεσονυκτίου.

Βουβά κυττώ την νύκταν να διαφεύγει ακούων μικρούς γρυλλισμούς, ύλακες κυνών, τους τριγμούς των ωρών που αποσύρωνταιαπό την ζωήν μου μικραίνοντας την, παφλασμούς των κυμμάτων των δρόμων να παρασύρουν έντρομους πολίτες, που εις το κέντρο του άστεως ήλθον δια τα ψώνια της Μεγάλης Εορτής της Γεννήσεως της Μεγάλης Βροχής. Αυτό το όνειρο με τα κόκκινα παράθυρα, εκείνος ο βοσκός όπου κάτω από την κάπα του εφύλαττε την νύκτα της χιόνος. Μικρές κυματοειδείς αναμνήσεις ζεσταίνουν την κουβέρτα μου. Νημάτια ζωής εξηλωμένης. Η άχνη της αναμνήσεως, η αχλύ του μύθου, η ομίχλη των λέξεων σκεπάζουν τα κουρασμένα κρεβάτια, τα νυσταγμένα καυσόξυλα, τον νοτισμένο φύλακα.

Άς πρόσεχε ο ευλογημένος. Τι δουλειά είχε να κάμει το πτηνόν, υποσκελίζοντας τοιουτοτρόπως τα λαλούντα ύδατα ;

Αι φήμαι περί αυξήσεως της τιμής των ονείρων επέφερεν αναστάτωσιν εις την κεντρικήν Λαχαναγοράν των Αθηνών. Πλήθη κόσμου, νύκτωρ, συνέρρεον ρωτώντας περί του πρακτέου τους βωβούς ρακοσυλλέκτες γύρω από την αγοράν, τους παχείς λιανοπωλητάς περί των τιμών και των διαθεσίμων εμπορευμάτων. Τέλος, άρχισαν τα συναλλαγάς. Οι επιτήδειοι άν και η Αγορανομία δεν είχε ορίσει νέας τιμάς, αυθαιρέτως τας ηύξησαν και επώλουν υποχρεωτικώς τα όνειρα ομού μετά ημίσεως οκάδος φασιόλων Ηπείρου ή ημίσεως κιλού πεπονίων Τυρνάβου. Ταυτοχρόνως απέκρυβον τα εμπορεύματα δια τυχόν άλλην αύξησιν της τιμής.

Σε θυμόμουν. Κάποιες φορές βγάζοντας από τις εξαρτήσεις μου τον κρύο καφέ και την πίπα μου, ζητώντας την ώρα μου να διασκεδάσω, έβγαζα μαζί και την αναμνησίν σου.

Νύκτες στολισμένες με βροχή.

Η αγορά εξαντλήθη ταχέως από όνειρα. Το αγριεμένον πλήθος, άρχισεν τότε να αγοράζει πλήθος χρήσιμα αντικείμενα, σπασμένους καθρέπτες, μεταχειρισμένα σύννεφα. Απέμεινον οι πάγκοι όπου τας ώρας της αιχμής ανέβαινον οι πωληταί διαλαλώντας και επιδεικνύοντας τα εμπορευματά των. Την επομένην η Δειύθυνσις της Τροχαίος Πρωτευούσης και Προαστείων εις το ανακοινωθέν περί της τιμής των ονείρων, ουδόλως ομίλησεν περί αυξήσεων. Τοιουτοτρόπως χιλιάδες κιλά, τόνοι αχρήστων ονείρων εσάπιζον εις τας χείρας του κοινού, ο οποίο μη δυνάμενον να τα καταναλώσει τα αποθήκευεν εις ψυγεία πάγου, στα συρτάρια της παλιάς σερβάντας, κάτωθεν του σουμιέ, όπου ηδύνατο, μη καταφέρνοντας όμως να απαλλαγεί της δυσώδους οσμής.

Ένας μεθυσμένος ζητιάνος, την επομένην εζήτησεν να στηθεί ένα σύμπλεγμα αγαλμάτων. Ο αυτοκράτωρ Ηλιογάλβαλος να δεικνύει εις τον εκπάγλου καλονής και ηδονής ωραίον και ευγενήν οδηγόν του αεροστάτου τον δρόμον του φεγγαρόφωτος.

Ταξειδεύω δια μέσου εσού προς άλλους Γαλαξίες.

Φώς Ιλαρόν

Το φως άνοιξε το κέλυφος του και έκλεισε την ιριδίζουσα στιγμή στα
μαλλιά σου, γεννώντας τον αμέθυστο χρόνο.

Αγγίζω το γυμνό κορμί σου με τα δάχτυλα των αισθήσεων, σαν ψίθυρος
γλυκός στους ώμους της ακροθαλασσιάς, που τον τριαινοφόρο Θεό
προσμένει και ανατριχιάζω.

Το περίγραμμα του πόθου αργοσβήνει, βιολετί ακτίνες χρόνου,
διαπερνούν το κάδρο της μέρας και δεν βρίσκουν τα χέρια μου το κορμί σου πουθενά.

Το μυαλό πλημμυρίζει από τη γεύση της πιο μεθυσμένης φαντασίας, όπως
κλείνω στο στόμα μου την γυμνή σου ύπαρξη και να καώ μέσα σου ποθώ.

Βλέπω την αρχή μου και το τέλος μου, μέσα στο μικρό και ασήμαντο
Ίσκιο όπως αυτός χάνεται στους ψίθυρους του αιώνιου.

Στις κοιλότητες του στήθους σου, η ανάσα μου γίνεται καυτός άνεμος,
Ερημικός κι΄ απέθαντος,
Λυπημένος και μόνος.

Κινούμενος μέσα στην ακινησία, βραδυπορώντας και φωνάζοντας,
Προκαλώ ...

Στις άκρες της γυναίκας αφήνω τα σημάδια των δοντιών μου,
Για να σε διαφεντέψω πάλι άλλη μια φορά,
Αέναα καταδικασμένος
Και μέσα στην αγκαλιά σου μεταμορφώνομαι
Σε αναθρώσκοντα καπνό.

... Μνήμη,
Σκότωσε με από τη σιγουριά του σκοτεινού σου μέλλοντος.

Ένα χέρι που κρέμεται από τα λευκά σεντόνια, μια σταγόνα πάθους
που ρέει στην κοιλιά σου αργά και σιωπηλά,
ο χρόνος ο ατελεύτητος και άτμητος, γεμίζει το μυαλό,
που πνίγεται σε μια λεπτή λωρίδα φωτός και τη μαγεία της ηδονής.

Και ύστερα τέλος, λευκή σιωπή, που θα γεννήσει νέες στιγμές,
που θα μεγαλώσουν και πάλι, λουλούδια μιας άνοιξης απέραντης,
στα χείλη μας το ρυάκι της θύμησης των πολύχρωμων ωρών.

Τα μάτια μου την θάλασσα κοιτάζουν και αυτή με γεμίζει,
Νιώθω την γεύση της αλμύρας και τα φύκια μου κλείνουν το στόμα,
Χάθηκα στα ύφαλα ταξειδιού,
Χάθηκα σε ταξείδι
Δύσκολο και επικίνδυνο
Καθώς συνάντησα εσένα.

ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΛΑΙΚΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ

Στα παλιά ξενοδοχεία,
πίσω από τις σκισμένες ταπετσαρίες τους,
κρύβεται μια ομίχλη,
γκριζωπή, που για το αίμα μας διψά.
Την ακούς, να τριγυρνά στα ξενοίκιαστα δωμάτια,
φέρνονατας βόλτες από τοίχο σε τοίχο,
ξεφυσώντας, ουρλιάζοντας.
Είναι πονηρή.
Σαεν μπείς μέσα, τρυπώνει ξανά
πίσω από τους τοίχους,
κάτω από τα κρεββάτια,
στις λάμπες μέσα και σωπάινει,
βουβαίνει το δωμάτιο.
Αποξεχνιέσαι και θαρρείς
πως κάπου αλλού βρίσκεσαι,
μα σαν ζυγώσει το βράδι,
Ω ! ... το βράδι,
τότε φορά την άσπρη της τουαλέτα
και τα χίλια μύρια στολίδια της.
Στα παλιά ξενοδοχεία
πίσω από τις σκισμένες ταπετσαρίες τους,
κρύβεται μια ομίχλη, γκριζωπή
που από τα σωματά μας και την αγάπη μας τρέφεται.

Ζωή...

Eδώ νυχτώνει νωρίς ...
στα μικρά τζάμια ο ήλιος δραπετεύει, χάνεται,
σαν να είναι να μην ξανάρθει ποτέ,
και τα μάτια των μικρών παιδιών
βασιλεύουν στο χασιμό του.

Σαν μια κραυγή που στο ραγισμένο νερό,
σβήνει απελπισμένα και βουβά,
τελειώνει άλλη μια μέρα,
άλλο ένα κομμάτι ζωής αφημένο στο τραπέζι
για τους σκώληκες.

Είναι ένα υπόγειο ποτάμι,
η ζωή μας, που κυλά.

Κόρη της Δήμητρος

Κρατάς
κεχριμπαρένια σταφύλια
στα χέρια σου,
ο ήλιος στεφάνι
γύρω σου,
και
για μια ανάσα του χρόνου
παίρνεις την προτεραία μοσρφή σου,
Ω!, κόρη της Δήμητρος.

...απελιπεν Θεος Αντωνιον...

(ενα)

Αυτές οι θάλασσες
με τα λευκά τους σπίτια,
απλώνονται στα μάτια μας,
και
χανόμαστε
στο πιο γλυκό φιλί.

(δυο)

Να στολίσω με θαλασσινά κεντίδια,
τη σκιά σου,
που ακουμπισμένη
στον φθινοπωρινό τοίχο του πελάγους,
άναρχα και ρυθμικά
το μοΐρολόΐ του έρωτα
αναπέμπει
στους λύχνους
της νυχτιάς...

(τρια)

Μέρα άγνωστη,
αφιερωμένη
στο καρπό της γής,
ένα μικρό καλωσόρισμα.

Νανούρισε στην αγκαλιά σου,
αυτό το μικρό παιδί.

(τεσσερα)

Η αίσθηση του κόσμου,
όπως τον πρωτοβλέπεις,
σιωπηλού,
να στάζει το υγρό της γεννησής του,
στη βροχή αυτού του Νοέμβρη.

Τα μάτια χάνωνται στην ομίχλη,
και το μυαλό
ταξιδεύει σε άλλες θάλασσες.

(πεντε)

Όπου υπάρχεις εσύ,
υπάρχει και η μνήμη του σώματος,
στην γεύση της αλμύρας
και του πόθου.

(εξι)

Όπου η απουσία ενώνεται
με την παρουσία
και
η έλλειψη με την πληρότητα,
ένα μήλο αφημένο στο χιόνι,
ένα όνειρο που φτερουγίζει στην ομίχλη,
την ψυχή σου συνεπαίρνουν.

(επτα)

Πόσο
το σχήμα της φωνής σου
αναζήτησα
και πόσο
τα χρώματα της αγάπης ;

Πές μου,
που τα μάτια σου
να βρώ ;
(οκτω)

Θα βγώ
να ζητιανέψω
στη μέρα,
τη βροχή
που μου χρωστάς.
(εννεα)

Η θάλασσα που γέρνει,
επικίνδυνα στις άκρες των χειλιών σου,
όπως σκύβεις για να αποχαιρετήσεις τον χρόνο ,
κοκκινίζει...

(δεκα)

Ο στρατιώτης
Απέθανεν.

Δίχως τον τελευταίο της εταίρας εναγκαλισμό.

(και ενδεκα)


Το φέγγος του γυμνού σου,
στάζει στα χείλη του πόθου.

Ένας ΜιΚρός ΧωΜάΤιΝος ΚιΝέΖος

Καθαρίζοντας ένας μικρός χωμάτινος κινέζος ένα μήλο,
είδε,
αντί για τον καρπό να ξεπροβάλλει
φωτισμένη και βουερή μια πολιτεία.

Τρόμαξε και αφήνοντας το μήλο στην αγκαλιά μιας μέλισσας,
κατηφόρισε στο φεγγάρι,
με μια σκάλα καμωμένη από μίσχους γιασεμιών και τριαντάφυλλων,
ζεστό μυρωδάτο τσάΐ μύριζαν οι πατούσες του
όπως έτρεχε.

Ξεπροβάλλω από την απέναντι γωνία,
το ειδωλό μου φορώντας,
ένα ψάθινο καπελλάκι,
το καλό μου κοτλέ κουστούμι,
ένα κόκκινο μαγιό,
ξυπόλητο.

Μάδησαν τα μαλλιά μου,
γινωμένα σταφύλια, αφύλαχτα στο χρόνο.
Κήδεψα εχθές την αγάπη δύο σπούργων,
λιγόστεψε η αντοχή μου.

Απαστράπτουσα η αγάπη σου,
μαχαίρι που με συντροφεύει,
μια σιγανή κουβέντα στις ήρεμες αυλές,
τα καλοκαιρινά βράδια.

Κρύο το νερό,
βυθίζεσαι,
χτίζω ένα καλύβι,
μπαίνω μέσα,
αφήνω έξω τον ήχο.

Στις σκιές Σας που απόμειναν
στους λουσμένους φώς τοίχους,
κρύβωμαι,
Στις φωτογραφίες Σας,
χάνωμαι.

Ένας μικρός χωμάτινος κινέζος Σωπαίνει,
λιβάνι καίγοντας.


η Μεγάλη Σιωπή

Η νυχτερινή σιωπή του τραίνου,
ολόφωτη ταξιδεύει,
στον παγωμένο χρόνο των αγαλμάτων.
Άγγιξε το πέπλο της σιγής των
αθάνατων σωμάτων.

Νεκρά φύλλα,
χαμένες μέρες,
σκόρπιες νότες στις τσέπες σου,
αναπήδησαν από τα γυμνά σου ρούχα,
όταν το μυαλό
κοιμήθηκε στο όνειρο,
εκεί,
δίπλα από τη στέρνα με το Φίδι
και το Φιλί.

Γέρικες ώρες που σεργιανούν στο πρόσωπο,
που χάνεται
στο κορμί που ξεραίνεται και καίγεται,
σκόνη,
σκόνη παντού,
Φλογισμένη.


Δεν υπάρχει τίποτα,
Μόνον ο Μέγας Θάνατος.

Μην με κυττάς ... ,

Μην με κυττάς,
άλλωστε να με δείς δεν μπορείς,
έτσι που χάθηκα,
όπως η μέρα πίσω από τα σύννεφα,
πίσω από τους ίσκιους των νερών.

Έχω βγεί βόλτα,
από το ένα μου χέρι κρατώ το όνειρο,
από το άλλο τον θανατό μου,
έχω βγεί βόλτα στους σκοτεινούς ίσκιους των δέντρων,
στο κελάΐδισμα της νύχτας και των μοναχικών στύλων
που φωτίζουν τις έρημες ανταύγειες των σπιτιών.

Έχω βγεί μια βόλτα στην φαντασία...
και στην μνήμη...

Θα κεντήσω ένα μικρό γιασεμί,
στα μαύρα μου χέρια να ανίσει σαν κυκλάμινο,
σημάδι.
Θα ζωγραφίσω ένα λευκό κυκλάμινο
στα μαύρα σου μαλλιά για να μην χάνεσαι.

Στο μαξιλάρι σου αφήνω,
μια σταγόνα νερό.

Κλείνω μέσα της
το τελευταίο Φιλί.

Δέκα λόγοι

- Ι -
Μια θάλασσα που εσένα θυμίζει,
ένα πουλί βουβό.
Και η άμμος φλεγομένη από τον ήχο
των βημάτων σου.

- ΙΙ -
Σαν μνήμη πρωΐνού σταλάζεις
τις δροσοστάλινες ώρες των νυχτερινών ήλιων
και ταξειδεύεις τη ζωή μου.
Είσαι μνήμη τυφλή.

- ΙΙΙ -
Σαν άγλαμα θα σε Αγαπώ
με μια Βραχνή, Ξύλινη φωνή.
Βουβά,
Τυφλά,
στο φέγγος των αναμνήσεων
που θα έρθουν.

- IV -
Καίς.
Μια θάλασσα αφρίζουσα που εσένα θυμίζει,
την απουσία σου τονίζοντας,
ταξειδεύω στη χώρα του κορμιού σου,
στο Έλεος της Αγάπης.

- V -
Η φυγή.
Θα γίνεις δική μου στους ήχους της νύχτας
που στην καρδιά μου είναι κρυμμένη.
Θα σε λατρέψω σαν την αυγή που έρχεται
πίσω από τους μίσχους
των πρωΐνών
λουλουδιών,
σαν το φως που
πνίγεται
στις μικρές λακούβες νερών των φύλλων.

- VI -
Θα σε μισήσω,
για την απουσία σου που κρέμεται
στο μυαλό μου,
τα δάχτυλα αγγίζουν την παγωνιά της
απουσίας σου,
ψηλαφώ
την γεύση
της ζέστης
του κορμιού σου.

- VII -
Τυλίξου στις φλόγες των άστρων,
έλα για τον περίπλου της σιωπής,
έλα λάμνοντας το όνειρο
- στην εκωφαντική των λουλουδιών σιγή 
να δείς
το Σώμα της Αγάπης.

- VIII -
Απλώθηκε έρημος,
η ερημία της καρδιάς μου,
σταλάζει τη νεκρή σκόνη του χρόνου,
στα σπήλαια του μυαλού.
Πεθαίνω στο μώβ.

- ΙΧ -
Αγγίζω την υπαρξή σου.
Το όνειρο της νύχτας τη μέρα
και πάλι θα σκεπάσει,
έως ότου
ο Παιάνας
Ηχήσει.
Ταξειδεύω
στην ηδονή
του κορμιού σου.

- Χ -
Μια θάλασσα
που εσένα θυμίζει,
αυτό το καλοκαίρι,
έτσι
παρατημένο
στο ανοιχτό παράθυρο.

για ενα κάπα

Το φως άνοιξε το κέλυφος του και έκλεισε την ιριδίζουσα στιγμή στα
μαλλιά σου, γεννώντας τον αμέθυστο χρόνο.

Αγγίζω το γυμνό κορμί σου με τα δάχτυλα των αισθήσεων, σαν ψίθυρος
γλυκός στους ώμους της ακροθαλασσιάς, που τον τριαινοφόρο Θεό
προσμένει και ανατριχιάζω.

Το περίγραμμα του πόθου αργοσβήνει, βιολετί ακτίνες χρόνου,
διαπερνούν το κάδρο της μέρας και δεν βρίσκουν τα χέρια μου το κορμί σου πουθενά.

Το μυαλό πλημμυρίζει από τη γεύση της πιο μεθυσμένης φαντασίας, όπως
κλείνω στο στόμα μου την γυμνή σου ύπαρξη και να καώ μέσα σου ποθώ.

Βλέπω την αρχή μου και το τέλος μου, μέσα στο μικρό και ασήμαντο
Ίσκιο όπως αυτός χάνεται στους ψίθυρους του αιώνιου.

Στις κοιλότητες του στήθους σου, η ανάσα μου γίνεται καυτός άνεμος,
Ερημικός κι΄ απέθαντος,
Λυπημένος και μόνος.

Κινούμενος μέσα στην ακινησία, βραδυπορώντας και φωνάζοντας,
Προκαλώ ...

Στις άκρες της γυναίκας αφήνω τα σημάδια των δοντιών μου,
Για να σε διαφεντέψω πάλι άλλη μια φορά,
Αέναα καταδικασμένος
Και μέσα στην αγκαλιά σου μεταμορφώνομαι
Σε αναθρώσκοντα καπνό.

... Μνήμη,
Σκότωσε με από τη σιγουριά του σκοτεινού σου μέλλοντος.

Ένα χέρι που κρέμεται από τα λευκά σεντόνια, μια σταγόνα πάθους
που ρέει στην κοιλιά σου αργά και σιωπηλά,
ο χρόνος ο ατελεύτητος και άτμητος, γεμίζει το μυαλό,
που πνίγεται σε μια λεπτή λωρίδα φωτός και τη μαγεία της ηδονής.

Και ύστερα τέλος, λευκή σιωπή, που θα γεννήσει νέες στιγμές,
που θα μεγαλώσουν και πάλι, λουλούδια μιας άνοιξης απέραντης,
στα χείλη μας το ρυάκι της θύμησης των πολύχρωμων ωρών.

Τα μάτια μου την θάλασσα κοιτάζουν και αυτή με γεμίζει,
Νιώθω την γεύση της αλμύρας και τα φύκια μου κλείνουν το στόμα,
Χάθηκα στα ύφαλα ταξειδιού,
Χάθηκα σε ταξείδι
Δύσκολο και επικίνδυνο
Καθώς συνάντησα εσένα.

Φύγαμε,

Φύγαμε,
αφήνοντας την απουσία μας πίσω
ρούχα παραμελημένα,
ούτε μια τελευταία ματιά έστω, φύγαμε.

Ο δρόμος
Έσβησε τα βήματα,
Καμμιά φωνή δεν είπε, σταμάτα, που πάτε ;

Καμμιά βροχή
Δεν μας δροσίζει,
Κανένας ίσκιος
Δεν μας ξεκουράζει.

Δάνεισε μου
Ένα παλιό σου όνειρο
Αγαπημένε φίλε,
Δώσε μου
Λίγο ζεστό χρόνο για
Να αποκοιμηθώ.

Χαμένοι μέσα στο πλήθος της
Ρημαγμένης πόλης
Δανεικοί στίχοι
Χορεύουν.

Απόπλους ...

Κύριε Διοικητά,
της νήσου,
Σας αναγγέλω, ότι η νήσος απέπλευσε
αργά το βράδι,
με άγνωστον πορεία και προσανατολισμόν,
φοβούμαι δε,
ότι εξήξλθεν των χωρικών μας υδάτων.

Κύριε Διοικητά,
η νήσος εμφορουμένη
από ονειρικάς ιδέας,
άπλωσε τα πανιά του ονείρου
και οι ανάσσες των κοιμισμένων ανθρώπων
την σπρώχνουν
ολοένα και πιό μακριά.

Η Εξουσία Σας,
ανίκανη
να δαμάσει
τις μικρές μέλισσες
και το γαλανόν
διαλύεται.

Κύριε Διοικητά,
της νήσου
Κω,
Σας αναγγέλω
ότι αποχωρώ σιωπηλώς
λάμνων εις τους έλικας του Νοός
δια να έμβω
εις
τα γαλανά ύδατα του Αιγαίου
που επιμελώς κεκρυμμένα από τα όμματα
των βέβηλων
και των ανόσιων
αντικρύζουν τα βλέματα
του Ολυμπίου πατρός,
την
Ιεράν Τρίαιναν
και
τα γυμνά μέλη της θεάς.

Κύριε Διοικητά,
απωλέσατε
την νήσον
και βυθίζεσθαι
εις τα μαύρα ύδατα,
αγέρωχος και στιβαρός,
πλήν
ανέστιος.

TESTIMONY

Όπου υπάρχεις εσύ,
υπάρχει και η μνήμη του σώματος
στην γεύση της αλμύρας
και του πόθου.

memoires

μια λέξη κύλισε
το ανθος ωχρό
φτερούγισε η ζωή.