Φυσαλίδες μνήμης επνέρχονται
όπως στο χρόνο σου βουλιάζω.
Μετρώ τον χρόνο με τον βηματισμό,
βηματισμός και χρόνος,
με φυλακίζει η ανάμνηση σου.
Έντονη η σκέψις σου.
Κυττάζω τον κυματισμό,
των ρούχων και των φύλλων,
της νήσου ολοκλήρου,
ξεχνιέμαι,
έντονη η γεύση των χειλιών σου.
Σαν μικρό παιδί βαδίζω στα ωχρά φύλλα,
αυτός ο σπασμένος ήχος,
είναι ο ήχος του χρόνου μου.
Κλείνω την ζωή μου,
στις σκιές των γκρίζων αγαλμάτων,
στις ζωές κάποιων άλλων.
Σιωπηλή βροχή,
άνθρωποι που γεννιούνατι στο σούρουπο,
βουβή μελωδία αναδύεται γυμνή
στα κίτρινα φύλλα.
Διψώ για μια στάλα νερού
που κυλά στο σκονισμένο τζάμι,
για το κορμί σου που κρύβω κάτω από το δέρμα μου fata morgana.
Λέω πως είναι μακριά ακόμα η μέρα
που θα ανακαλύψω ξανά την γεωγραφία του σώματός σου,
την ανατομία του έρωτα στο κορμί σου.
Οι κουρασμένοι στρατιώτες ξάπλωσαν στη γή, σωριαστήκαμε άδειοι, βουβοί,
είμαι και γω σαν εσάς, ένας από εσας.
Και ψιθύρισα «ευτυχία», με παγωμένα χείλη θανάτου,
λευκού σαν το φώς που καίει.
Γυρνώ να συναντήσω την υγρή παρουσία σου,
και τα απλωμένα χέρια σου,
γυρνώ πετώντας μέσα από το χρόνο που κύλησε στα μάτια σου.
Εδώ στην ατέλειωτη ώρα,
που προσπαθείς να συλλάβεις την σιωπή,
το φεγγάρι κρύβεται πίσω από τις φυλλωσιές της λεμονιάς,
τα πέτρινα πρόσωπα της νύχτας, κρύβουν το δικό σου πρόσωπο.
Προσπαθώ να γοητεύσω
τις κορφές αυτών των πλατάνων,
να σκύψουν για λίγο
να τις φιλήσω.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου