Οι στρατιώτες, νωρίς απόψε μπαίνουν
στο στρατόπεδο,
μην έχοντας ίσως τίποτε άλλο να κάνουν.
Ίσως κάποια μυστική άσκηση πάλι να τους αναγκάζει,
ίσως και για το φόβο της τιμωρίας
τώρα που ο δανεικός και ξένος χρόνος χρόνος τελειώνει.
Ίσως πάλι γιατί χρήματα
και τσιγάρα δεν έχουν.
Στο στρατόπαιδο το τσιγάρο είναι πολύτιμο
σαν μια έρημη συντροφιά, σαν ένα μοναχικό όπλο.
Οι πουτάνες κι΄ απόψε,
στα κρεβάτια τους νωρίς ξαπλώσανε,
καπνίζοντας τις αράχνες κυττούν
στο σκονισμένο ταβάνι,
περιμένοντας τους άγουρους άντρες,
δεν ξέρανε πως απόψε,
μάταια περίμεναν.
Εδώ στο καφενείο ενός ξεχασμένου σταθμού,
δίχως συρίγματα των τραίνων,
στοιχειωμένων αναμνήσεων αποχωρισμών και ταξειδιών, εκάθισες,
το πανέρι με τα νεκρά τριαντάφυλλα
στο πάτωμα μαλακά απίθωσες,
που πριν λίγο από τα μνήματα τρυγούσες.
Το άφησες στον αέρα και την βροχή να κρυώνει,
ενώ με ούζο ζεσταινόσουνα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου