Επικοινώνησε μαζί μου,
για κάθε ενδεχόμενο
που μπορεί να αντιμετωπίσεις,
κατά την διάρκεια της νυχτερινής πορείας
ανάμεσα στους γυάλινους πύργους της ντροπής
και των σκουπιδιών της πόλης,
με ένα τσιγάρο κρεμασμένο από την άκρη
των σκέψεων
και φωταγωγημένο από τα κίτρινα φώτα
της νυχτερινής πόλης.
Τα κίτρινα μάτια, ιαγουάρος που το θύμα αναζητά,
πίσω από της ζούγκλας τους καρπούς,
τα κίτρινα και θολά του κλεινός άστεως.
Μια σκιά , που το δρόμο έχασε για τον κήπο της Γεσθημανή
και το πεφταστέρι που βούτηξε στον
κόσμο της επιθυμίας.
Επικοινώνησε μαζί μου,
αν χαθείς μέσα στην βρώμικη ομίχλη του πάντα και πουθενά
σε τούτη εδώ την πόλη
και άφησε το τηλέφωνο να χτυπά
με μια στριγγλή φωνή,
ασθενοφόρο που τρέχει,
να προλάβει
μια ζωή που ήδη χάθηκε,
να μαζέψει
ένα πρόσωπο από το ποτέ και το παντού.
Επικοινώνησε μαζί μου,
καθισμένος στην άκρη της αρχαίας τρέλας,
άκρο ακρωτηριασμένο ξύλινου πρεβαζιού,
και ο κόσμος δέκα μέτρα κάτω σου,
χιλιόμετρα σιωπής,
να σε καλεί ερωτικά,
να σε τραβά από το μανίκι,
σαν πρόστυχη και αισχρή γυναίκα
που τα μέλη της τεντώνει ηδονικά
και η ζέστη του κορμιού της
σε τυλίγει προκαταβολικά.
Τρεις άνεμοι και μια πορεία
για το βουνό,
πένθιμη,
ηρωική
Τρεις άνεμοι και μια πορεία
τα βήματα σου να χαράζουν
σχήματα εραλδικά στον πάγο της ψυχής,
και
η νύστα, αβάσταχτη,
ανάμνηση άλλων καιρών,
η λέσχη των φίλων και το κόμμα,
ο κόκκινος γάτος και οι εραστές καπνού πίπας,
η συμμορία της πράσινης πατάτας,
τα πρώτα κλεφτά φιλιά,
και άλλοι τόσοι &..
περιμένουν
στοιχειά του μυαλού
και όμως φύγε μακριά,
πέταξε να ξεφύγεις
από τα σκάγια του κυνηγού
πέρδικα της πόλης μου και της καρδιάς,
φύγε φτερουγίζοντας μακριά, &..
Ο ήλιος λειώνει σαν ασπιρίνη
μέσα στον καφέ
εικόνα από το μέλλον,
δίχως μυρωδιές,
δίχως αέρα και ανέμους,
μουτζούρα ενός αγέννητου παιδιού,
που χωρίς χέρια,
χωρίς πόδια,
χωρίς κορμί,
χωρίς μέλλον και παρελθόν
προσπαθεί να ξεφύγει.
Δοκιμές σε λευκό χαρτί
σκέψεων βαμμένων στο χρώμα των μαλλιών,
είναι οι μέρες πονηρές,
κυοφορούν το σάπιο καρπό αιώνων
που πέρασαν,
δοκιμές σε ένα υπόγειο μυαλό πλημμυρισμένο
από κενό.
Σβήνουν όλα και χάνονται
αυτό το καλοκαίρι,
χαλασμένο παγωτό που γύρω του
μέλισσες βρικόλακες
αναζητούν μια χαμένη γλυκύτητα,
μια αθωότητα
που λέκιασε
ένα χρόνο
που έσπασε.
Ω ! γλυκύτατο μου έαρ,
Έρωτα ανίκατε μαχάν,
νιότη απέραντος,
ήχοι πελαγίσιοι,
σκιές ελάτης,
πέτρινοι τοίχοι,
σε κορφή τα σήμαντρα τα μυστικά να ηχήσουν
χτυπώντας την μωρότητα,
η καρδιά μου να αντιλαλήσει
μέχρι
ηχείο βουερό να σπάσει,
ραδιόφωνο δίχως παράσιτα,
αρμονία
μια άλλης και ξεχασμένης ζωής.
Τα μαλλιά σου άσπρισαν,
έφυγαν,
γέρνεις κάθε μέρα,
σαν το τείχος του Αλή,
πίσω
από τη μαυρισμένη μάντρα,
μέσα στις ξερολιθιές
συμπυκνώθηκε
το γάλα που μας ξεγέννησε,
πιο εύκολο για μας το όχι,
ίσως για αυτό το λόγο
ακόμα τριγυρνάμε μεθυσμένοι.
Αθάνατο
των πατέρων μας κρασί,
η βρώσις των θεών,
η τελευταία του ήλιου αυτή ελπίδα,
να μην χαθεί,
και όμως
εκεί θα είμαι παντού και πάντα,
όποια στολή και αν φορώ
και θα σε περιμένω.
Επικοινώνησε μαζί μου,
για κάθε ενδεχόμενο
που μπορεί να αντιμετωπίσεις,
κατά την διάρκεια της νυχτερινής πορείας,
πικρέ μου φίλε.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου