Κουράστηκα,
αναβαίνων
στις μυροφόρες, πευκόφυτες πλαγιές,
βαστάζων την ιερά πυρά και
υποβασταζόμενος από την αλκή του φωτός,
πλεγμένος στις ρίζες του χρόνου ...
και δίψασα
από το βάρος των φύλλων
που χορεύοντας έπεφταν,
τα μάτια μου χάθηκαν
μέσα στο εκτυφλωτικό φως της νύχτας
που κυλώντας εκκωφαντικά έφτανε.
Δεν σου μιλώ,
γιατί πια δεν έχω
την ανάμνηση των λέξεων εντός μου ...
Που να σε βρω,
εκεί που ταξιδεύεις, στις νότιες θάλασσες,
βλέποντας άλλους ουρανούς,
λάμνοντας στην λίμνη της σιωπής και της λησμονιάς,
αρχαϊκή μνήμη της μνήμης,
δρυπεπής ελαία της ελαίας,
ευωδία της βρόχινης ευωχίας,
σε ποιόν ήχο ενθύμησης
έχεις κλείσει την ανάσα μου,
και τον αναθρώσκοντα καπνό
της ανάμνησης σου,
φυλακίσει ;
Ο αναβάς την κορυφή του ελλειπτικού τοπίου, εν μέσω καταρρακτώδους βροχής, χιόνος και νεφών, αλυσιτελής και δαφνοστεφής εισέρχεται στον χώρο όπου φυλάσσονται τα πεπαλαιωμένα σκεύη των αρχόντων των ήχων και κεκρυμμένος όπισθεν των ξύλινων παραθυρόφυλλων όπου έσταζαν την ρόδινη άλω των αρχαίων ίσκιων, μειδιά. Ύστερα εκδυόμενος την προπατορική λεοντή των κρίνων, ευωδιάσας τον χώρο με την κρυστάλλινη οσμή των δασών, τακτοποίησε αύτην εις τον πλαϊνό χώρο της εστίας και γυμνός επιτέλους απεκοιμήθη.
Βήμα το βήμα,
μέσα στην σκιά ψάχνω το χέρι,
το σχήμα,
την μυρωδιά
και την ελπίδα ...
Ένα πεφταστέρι όρισε
την αρχαία μοίρα
κύκλους ομόκεντρους να κάνει,
ολοένα και πλατύτερους, αιώνια,
ολοένα και μακρύτερους, νυν και αεί,
σισύφεια τιμωρία,
σαν Προμηθέας να χάνεται καθημερινά
και ποτέ του να μην γλυτώνει
από την παγερή του Χάροντα αγκαλιά.
Νύκτωρ, ο αχός ακόμη εσπάρασσε τις ψυχές και ό ύπνος κρατούσε κλεισμένους τους οφθαλμούς του αγγέλλοντος την δυσάρεστη είδηση, περί της ήττας εις το πεδίον της μάχης. Νεανικά σώματα εκείτοντο στο αιμάσων έδαφος, αποτυπώνοντας την πύρινη καταιγίδα του ατελεύτητου, χαράσσοντας το στιλπνό και ακηλίδωτο σώμα του χώρου και του χρόνου, κάθε καμπύλη του μέλλοντος θα ξεκινούσε πλέον από αυτό εδώ το αλώνι, τα σφριγηλά σώματα όταν πλέον θα φυλάσσονταν στην αγκάλη της μητρώας γης, θα ανέδιδαν την ευωδία της ελευθερίας, αγιάζοντας αυτά τα πορφυρά χώματα.
Απέλειπε πλέον,
η φλόγα των σωμάτων
και
μηδέποτε πλέον
ύπνος γλυκύς δεν θα υπάρξει.
Θαλάσσιοι ίπποι,
Ωκύποδες και λευκοί στεφανώνουν
την μνήμη των υδάτων
πού το χέρι φίλησε.
Σιωπή χιόνος,
δρόμος βαπτισμένος στο λευκό,
χωμάτινα σήματα στις άκρες των δένδρων,
στολίζουν την περιπλάνηση του ανδρός
που κύρτωσε βαδίζων στις παρυφές των δασών,
μόνος, κατάμονος
με την ελλείπουσα ομορφιά,
πυξίδα και σημάδι,
χαραγμένη στην παλάμη του.
Ασημένια Αλισάχνη
στολίζει την αιμασιά όπου
την μνήμη σκίζει στα δύο,
το νου διαφεντεύοντας,
στο πριν και το μετά.
Άχρονη ακτίνα φωτός,
όπου Αγέραστη διαπερνάς τον κόσμο και
τους ανθισμένους κλώνους,
στα ωκεάνια μάτια της αγάπης
θυσίασε τον αμνό
των ερώτων,
στολισμένο με ανθούς κίτρων
προκειμένου
να επιτύχουμε
ασμένως
την μεγάλη φυγή.
Νόστιμον ήμαρ,
Απελάτες τις οδούς απέκλεισαν,
Που να πάω ;
Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2004
Τετάρτη 18 Ιουλίου 2007
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
